Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

... εγκώμιο της τεμπελιάς ...

*
Δημήτρης Αγγελίδης
***
*
Οταν η εργατικότητα τρελαίνει...
*
Η ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ!
*
Γιατί καμαρώνουμε για την ποσότητα της δουλειάς μας και όχι για την ποιότητα της εργασίας μας; Διότι από μικροί έχουμε διδαχθεί τις αξίες της εργατικότητας, παραβλέποντας συχνά ότι ο άνθρωπος χρειάζεται και την καλλιέργεια, την τέχνη, το διάβασμα και την απλή ενατένιση, περισυλλογή και ρεμβασμό. Αλλωστε, η σημερινή οικονομική κρίση, αντίθετα απ' ό,τι μας λένε, οφείλεται κυρίως στην υπερβολική παραγωγικότητα και όχι στην τόσο καταφρονεμένη αδράνεια.

Το χαρακτηρισμό «τεμπέληδες» τον ακούγαμε για τους φοιτητές που αντιδρούσαν στην εντατικοποίηση των σπουδών, τον ακούμε για όσους αρνούνται να συνταχτούν με το τροπάρι της εντατικοποίησης της εργασίας που ακούγεται από τους άμβωνες των περισσότερων ΜΜΕ. Τότε οι φοιτητές, σήμερα οι εργαζόμενοι , δεν κάνουν τίποτε άλλο, λέει, από το να «ιδεολογικοποιούν την τεμπελιά τους». Αυτός ο ισχυρισμός καταφέρνει να απαξιώσει τον αντίπαλο, αποκρύπτοντας μιαν άλλη ιδεολογικοποίηση, που προηγείται από αυτήν της τεμπελιάς και είναι σήμερα κυρίαρχη: την ιδεολογικοποίηση της εργατικότητας.

Δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε την εργατικότητα ως ιδεολογία και, ακόμα περισσότερο, να αμφισβητήσουμε τη θετική της αύρα. Στη δουλειά δεν χρωστάμε ό,τι έχουμε πετύχει; Ετσι δεν προοδεύει ο κόσμος; Τόσο μας έχει εντυπωθεί ο μύθος του εργατικού μυρμηγκιού και του τεμπέλη τζίτζικα, που σχεδόν πιστεύουμε ότι η ανταμοιβή της εργασίας και η τιμωρία της τεμπελιάς είναι νόμος της βιολογίας.

Από την πλάνη μάς βγάζει μια σειρά κειμένων με θέμα την τεμπελιά, με πιο κλασικά το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του μαρξιστή (και γαμπρού του Μαρξ) Πολ Λαφάργκ, γραμμένο το 1882, και το «Επαινώντας την τεμπελιά» του φιλελεύθερου Μπέρτραντ Ράσελ, γραμμένο το 1932. Αμφισβητούν την υποτιθέμενη διαχρονική και απόλυτη αξία της εργατικότητας και υποστηρίζουν ότι, αντίθετα, η εργατικότητα εμφανίζεται ως αξία μέσα σε συγκεκριμένα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά συστήματα, από τον καπιταλισμό ώς τον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Η τεμπελιά, που νοείται σ' αυτά τα κείμενα ως το αντίθετο μιας εργασίας που απομυζά την ανθρώπινη δημιουργικότητα για να την προσφέρει ως υπεραξία στις τσέπες κάποιων, προβάλλει σχεδόν ως πράξη αντίστασης. Οχι μόνο δικαίωμα, όπως το λέει ο Λαφάργκ, αλλά υποχρέωση. «Κανείς ποτέ δεν πρέπει να δουλεύει», ξεκινά το δοκίμιό του «Η κατάργηση της εργασίας» ο Μπομπ Μπλακ, αναρχικός συγγραφέας. Εξού και το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι των «Ανω - Κάτω Πατησίων» διοργανώνει τα τελευταία χρόνια την Τεμπελιάδα, με ρίψη σφεντόνας, τάβλι, και άλλα αθλήματα. Αντί για αναβολικά, εδώ προτιμώνται πιο χαλαρωτικές ουσίες, μεταξύ των οποίων μπίρα και καρπούζι.

Η συζήτηση για την εργατικότητα έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα στην Ελλάδα, όπου πολλοί αποδίδουν την οικονομική κρίση στην υποτιθέμενη τεμπελιά των Ελλήνων - τεμπελιά είτε φύσει, λόγω καιρού ή ανατολίτικων πολιτισμικών επιρροών, είτε θέσει, λόγω του κράτους που εμποδίζει την υποτιθέμενη εργατικότητα των Ελλήνων να αναπτυχθεί και να μεγαλουργήσει εντός των συνόρων. Τότε πώς εξηγούνται τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ερευνας για τις Συνθήκες Εργασίας του Γιουροφάουντ για το 2005, της τελευταίας διαθέσιμης, που δείχνουν ότι οι Έλληνες είναι τρίτοι στην Ευρώπη (μετά την Τουρκία και τη Ρουμανία) ως προς τον αριθμό αυτών που δουλεύουν περισσότερες από 48 ώρες την εβδομάδα και τέταρτοι (μετά τη Ρουμανία, την Τουρκία και τη Νορβηγία) ως προς τον αριθμό των συνολικών ωρών που αφιερώνουν στην εργασία τους;

Γράφοντας την εποχή όπου το δωδεκάωρο εργασίας ήταν ο κανόνας, ο Λαφάργκ εντοπίζει τις βάσεις του καπιταλισμού στην υπερβολική εργασία, που οδηγεί σε υπερπαραγωγή προϊόντων. Αυτή φταίει για την αφαίμαξη των εργαζομένων και για τον πλούτο που συσσωρεύουν όσοι κατέχουν τα μέσα παραγωγής, όπως επίσης φταίει για τους πολέμους, που γίνονται, μεταξύ άλλων, ώστε το πλεόνασμα να διατεθεί στις αγορές άλλων χωρών.

Το παράδοξο αυτού του μηχανισμού μας το εξηγεί ο Ράσελ, με το παράδειγμα του εργοστασίου παραγωγής καρφιτσών (αυτό το εργοστάσιο είναι το κλασικό παράδειγμα που φέρνει ο Ανταμ Σμιθ στον «Πλούτο των εθνών», για να εξηγήσει τον καταμερισμό εργασίας): ορισμένος αριθμός ανθρώπων δουλεύει οκτώ ώρες την ημέρα για να κατασκευάσει τόσες καρφίτσες, όσες καλύπτουν τις ανάγκες του κόσμου. Κάποια στιγμή, η εξέλιξη της τεχνολογίας επιτρέπει στους ίδιους ανθρώπους να παράγουν μέσα στο οκτάωρο διπλάσιο αριθμό καρφιτσών, τέτοιον που δεν μπορεί να απορροφήσει η αγορά. Το λογικό θα ήταν, λέει ο Ράσελ, να μειωθούν στο μισό οι ώρες εργασίας και όλα να συνεχίσουν όπως πριν. Ομως, οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να δουλεύουν τις ίδιες ώρες, με αποτέλεσμα κάποιοι από τους εργοδότες να χρεοκοπήσουν, επειδή δεν μπορούν να διαθέσουν τις καρφίτσες τους, και οι μισοί εργαζόμενοι να χάσουν τη δουλειά τους. Σε απόλυτους αριθμούς, οι ίδιες ώρες εργασίας διατίθενται στην παραγωγή καρφιτσών όπως και πριν.

Αν η σκληρή εργασία πρέπει, σύμφωνα με την ιδεολογία της εργατικότητας, να είναι η μοίρα του μέσου ανθρώπου, δεν είναι πάντως η μοίρα του πλούσιου. «Οι πλούσιοι επαινούν την αξιοπρέπεια της εργασίας», λέει ο Ράσελ, «ενώ φροντίζουν να παραμένουν οι ίδιοι αναξιοπρεπείς σ' αυτό το θέμα. [...] Η σύλληψη της έννοιας του καθήκοντος, ιστορικά μιλώντας, έχει αποτελέσει ένα μέσο που χρησιμοποιούν όσοι έχουν την εξουσία με σκοπό να πείθουν άλλους να ζουν για τα συμφέροντα των κυρίων τους παρά για τα δικά τους».

Στη δουλοκτητική αρχαία Αθήνα τέτοια προσχήματα δεν χρειάζονταν. Η χειρωνακτική εργασία ήταν για τους δούλους. Οι άντρες της άρχουσας τάξης είχαν όσο χρόνο ήθελαν να ασχολούνται με τα γράμματα και τις τέχνες. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί, εκτός από όσους έχουν εμποτιστεί με την πουριτανική ηθική της εργατικότητας, εκείνους που θα αποκαλούσαν «λαπάδες» τους ποιητές, ότι δεν είναι καλύτερο και χρησιμότερο κοινωνικά να περνά κανείς την ώρα του με τα γράμματα και τις τέχνες; Σε ποιον οφείλουμε το μεγαλείο του Παρθενώνα; Σε αυτούς που τον σχεδίασαν κι επιμελήθηκαν την κατασκευή του ή στους δούλους που μετέφεραν και τοποθέτησαν τα μάρμαρα;

Ολα χρειάζονται. Κανείς δεν είπε ότι κάθε εργασία πρέπει ή μπορεί να καταργηθεί - παραμένει αναγκαίο κακό, μέσο για να εξασφαλίζουμε τον ελεύθερο χρόνο μας. Ο Λαφάργκ (φωτό) προτείνει να μειωθεί η εργασία σε τρεις ώρες καθημερινά, ο Ράσελ μιλά για τέσσερις. Το ερώτημα είναι αν ο ελεύθερος χρόνος, που σήμερα έχει τη δυνατότητα να αυξηθεί πολύ λόγω της τεχνολογίας, μοιράζεται εξίσου σε όλους ή αν αυτοί που κατέχουν τα μέσα παραγωγής κρατούν τη μερίδα του λέοντος, τη στιγμή που προσποιούνται τους πολυάσχολους, σαν την πλούσια κληρονόμο από το «Εγχειρίδιο των ιεροεξεταστών» του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, που ζηλεύει που τις Κυριακές «οι φτωχοί σηκώνονται νωρίς, γιατί δεν είναι υποχρεωμένοι να πάνε/ τυχεροί/ στο Καζίνο ούτε σε δημοπρασίες ούτε κινηματογράφο ούτε σε βαρετότατες συναυλίες το Σάββατο το βράδυ».

Αλλά τι εννοούμε μιλώντας για τεμπελιά; Αν εννούμε τη «μόνη ανθρώπινη κατάσταση», όπως την ονομάζει ο Καζιμίρ Μάλεβιτς («Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου», εκδ. Νησίδες), τότε η λέξη σημαίνει κάτι άλλο από την πλήρη απραξία, η οποία οδηγεί στην αποκτήνωση. Μας το δείχνει στους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, με την πατριαρχική οικογένεια των τεμπέληδων αστών που φυλακίζονται προοδευτικά στη βίλα όπου καταλύουν, ανήμποροι για το παραμικρό. Μας το δείχνει, επίσης, στο μυθιστόρημα «Ρεμπούρ» του 1884 ο Γιόρις Καρλ Υισμάν, που κλείνει τον ήρωά του Ντεζ Εσάντ στο εξοχικό του, όπου κατασκευάζει έναν παράδεισο: μια μηχανική κατασκευή ρίχνει στο στόμα του σταγόνες από ποτά, φτιάχνοντας απίθανα κοκτέιλ απευθείας στον ουρανίσκο του, και μια χελώνα, βαμμένη χρυσή, στολίζει το χώρο, περιφερόμενη ανάμεσα σε εξωτικά φυτά. Ομως, ο παράδεισος γίνεται γρήγορα κόλαση: το μηχάνημα είναι πολύ περίπλοκο για να λειτουργήσει σωστά, τα φυτά μαραίνονται και η χελώνα πεθαίνει.

Με την έννοια του Μάλεβιτς, τεμπελιά δεν μπορεί να είναι ούτε ο ελεύθερος χρόνος που κατασκευάζει η βιομηχανία της διασκέδασης, το ίδιο αποξενωτικός όπως και η εργασία. Αλλωστε, η ηθική της εργατικότητας, όπως εκφράζεται στην πουριτανική προσταγή «παίξε σκληρά, δούλεψε σκληρά», είναι αυτή που μας λέει ότι ο ελεύθερος χρόνος είναι μέσον για να μπορούμε να δουλεύουμε περισσότερο και πιο παραγωγικά και ότι ο ελεύθερος χρόνος δεν μπορεί να είναι χρόνος χαλάρωσης και αναστοχασμού αλλά χρόνος έντασης και εγρήγορσης.

Αντίθετα, για τον Μάλεβιτς η τεμπελιά αποτελεί τη συνθήκη που επιτρέπει στον άνθρωπο να αναστοχάζεται την ύπαρξή του. Όπως γράφει στην εφημερίδα «Γκάρντιαν» ο εκδότης της βρετανικής επιθεώρησης «Ο τεμπέλης» Τομ Χόντγκινσον («Η αρετή της τεμπελιάς»), παραφράζοντας τον Καρτέσιο: «σκέφτομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, άρα υπάρχω». Η, όπως γράφει ο Νίκος Καρούζος («Η έννοια της τεμπελιάς ως ανώτερης μορφής εργασίας», εκδ. Ικαρος), «η τεμπελιά ταυτίζεται με την εσωτερική ζωή, με το άσπιλο, τη νοσταλγία της αδαμικής μακαριότητας, πέραν καλού και κακού, συνυφαίνοντας έτσι μιαν ανώτερη μορφή εργασίας: του απόλυτου τη χρήση».

Η ιδεολογικοποίηση της τεμπελιάς δίνει, λοιπόν, προτεραιότητα όχι στην απραξία αλλά σε μια «ανώτερη μορφή εργασίας». Με μαρξιστικούς όρους, απέναντι στην αφηρημένη, αλλοτριωμένη εργασία του καπιταλισμού, η τεμπελιά αντιπαρατίθεται ως δημιουργική πράξη. Για τον κοινωνιολόγο και αντιεξουσιαστή ακτιβιστή Τζον Χόλογουέι («Εμείς είμαστε η κρίση της αφηρημένης εργασίας»), αυτού του είδους η δημιουργική πράξη συνιστά πραγματική απειλή για το κεφάλαιο, γιατί αντιτίθεται ριζικά στην ίδια την αφαίρεση της εργασίας.

Μπορούμε, λοιπόν, έτσι, για αλλαγή, να αναρωτηθούμε μήπως η κρίση συνδέεται με το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές, αφιερώνουμε πολλές και όχι λίγες ώρες στην δουλειά. Μήπως, δηλαδή, για τη σημερινή κατάσταση δεν φταίει τόσο η «ιδεολογικοποίηση της τεμπελιάς» όσο η «ιδεολογικοποίηση της εργατικότητας». Και μήπως η λύση θα ήταν, αντί να σπαταλάμε τόσες ώρες σε ανούσιες δουλειές, αφιερώναμε περισσότερο χρόνο για σκέψη, συζήτηση, διάβασμα και δημιουργία, ενασχολήσεις που μας κάνουν καλύτερους πολίτες, αρκεί να τους δώσουμε το χρόνο που χρειάζονται. Και αρκεί ο χρόνος αυτός να είναι δίκαια μοιρασμένος. Γιατί, όπως γράφει στο περιοδικό «Χάρπερς» ο Μαρκ Σλούκα («Αφήνοντας το εργοστάσιο χρωμάτων: για τις αρετές της τεμπελιάς») «η τεμπελιά δεν είναι απλά μια ψυχολογική αναγκαιότητα, απαραίτητη για την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου ανθρώπινου όντος· συνιστά επίσης ένα είδος πολιτικού χώρου, χώρου τόσο αναγκαίου για τη λειτουργία μιας πραγματικής δημοκρατίας, όσο, ας πούμε, και η ελευθεροτυπία».
---

Δεν υπάρχουν σχόλια: