Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Καταδικάζεται η βία απ' όπου κι αν προέρχεται;

*
stavrosx1
***
*


του Νίκου Μπογιόπουλου

Κάποιοι παριστάνουν ότι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το γιαούρτωμα από το ναζιστικό μαχαίρωμα… Παριστάνουν ότι δεν μπορούν να βρουν διαφορές ανάμεσα στο γιουχάρισμα και στην αποδοκιμασία από το λιντζάρισμα, τον τραμπουκισμό και τον αγελαίο φασισμό των ταγμάτων εφόδου… Παριστάνουν ότι δεν μπορούν να δουν τι χωρίζει το πέταγμα της μπογιάς από την εκτόξευση της μπουνιάς και της κλωτσιάς του αλήτικου χουλιγκανισμού που παριστάνει την «πολιτική δράση»…

Στην ουσία: Αναπαράγουν την αθλιότητα των «δυο άκρων». Τσουβαλιάζουν άλογα με πορτοκάλια για να βγάλουν… αλογοπορτόκαλα, όπως έλεγε ο γερο-Σκαρίμπας. Συκοφαντούν λαϊκούς αγώνες βαφτίζοντας «βία» την κοινωνική αντίσταση στην βαρβαρότητα. Αξιοποιούν φρικιαστικές προβοκάτσιες (π.χ Μαρφίν), αλείβουν σαν βούτυρο στο ψωμί της γκαιμπελικής τους προπαγάνδας «ακτιβισμούς» της πλάκας, για να τα συμψηφίσουν με την κτηνωδία.

Και έτσι, με αυτό τον τρόπο, όταν δεν τον υποδέχονται από την κύρια είσοδο, ανοίγουν στον φασισμό την πίσω πόρτα. Όμως, την ίδια ώρα που παριστάνουν τους επικριτές της βίας «από όπου κι αν προέρχεται», συλλαμβάνονται επ’ αυτοφόρω ως φορείς της πιο αποκρουστικής βίας , της ταξικής βίας.

Ας πάρουμε μια γεύση της θεωρητικής – ιδεολογικής τους σαθρότητας που δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύει την πολιτική υποκρισία τους:

«Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί./ Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν’ ανεβεί./ Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών./ Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν’ αίματα πηχτά, και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά/ Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,/ και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά, και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά./ Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί./ Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά, και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά./ Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!».
Αυτό προφανώς και δεν είναι ο «ύμνος στη βία». Είναι αποσπάσματα και στίχοι από τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Και προέρχεται δια χειρός Διονυσίου Σολωμού. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται;» τι έχουν να πουν; Τον… καταδικάζουν τον Σολωμό; Τον… καταδικάζουν τον ελληνικό εθνικό ύμνο; Το «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή» το καταδικάζουν;

«Όταν η διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονα του, το να κάμη τότε ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάστασιν, ν’ αρπάξη τα άρματα και να τιμωρηση του τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ’ όλα τα δίκαια του και το πλέον απαραίτητον απ’ όλα τα χρέη του. Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον οπού είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώτες και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη τωνβουνών, εν όσω ν’ ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε ν’ αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (…)»
Αυτό δεν είναι συνταγή κάποιου «κουκουλοφόρου». Είναι απόσπασμα , από το «Νέα Πολιτική Διοίκησις», το επαναστατικό κείμενο του Ρήγα Φεραίου. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται;», πώς και δεν τον έχουν… καταδικάσει ακόμα τον Ρήγα;

Όταν ο Κολοκοτρώνης έπαιρνε στο κατόπι τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, όσο να ‘ναι μια τόσο δα βία την άσκησε. Των κυρίων του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» πώς και τους ξέφυγε ο Γέρος του Μοριά;
«Σηκωθείτε παιδιά της Πατρίδας/ Η μέρα της δόξας έφθασε/ Ενάντια της τυραννίας μας/ Το ματωμένο λάβαρο υψώθηκε/ Ακούστε τον ήχο στα λιβάδια/ Το ουρλιαχτό αυτών των φοβερών στρατιωτών/ Έρχονται ανάμεσά μας/ Να κόψουν τους λαιμούς των γιων και των συζύγων σας./ Στα όπλα πολίτες/ Σχηματίστε τα τάγματά σας/ Προελάστε, προελάστε/ Αφήστε το μολυσμένο αίμα/ Να ποτίσει τα αυλάκια στα χωράφια μας./ Ιερή αγάπη για την Πατρίδα/ Οδήγησε και στήριξε τα εκδικητικά μας όπλα/ Ελευθερία, λατρευτή Ελευθερία/ Μπες στον αγώνα με τους υπερασπιστές σου/ Κάτω από τις σημαίες μας, άσε τη νίκη/ να σπεύσει σε σένα, ρωμαλέα δύναμη/ Έτσι ώστε στο θάνατο οι εχθροί σου/Να δουν το θρίαμβό σου και τη δόξα μας».
Αυτά τα «αιμοβόρα» λόγια είναι στίχοι από την «Μασσαλιώτιδα», τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας. Σε αυτόν τον ύμνο στεκόταν προσοχή ο Ζισκάρ Ντε Στεν όταν παραχωρούσε το αεροπλάνο του για να γυρίσει από το Παρίσι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1974. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» ανάμεσα στον Ζισκάρ και στην Αντουανέτα, διαλέγουν την Αντουανέτα;


Ναι μεν «Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό», αλλά με όπλα, με σπαθιά και γιαταγάνια; Τς, τς, τς… Αλήθεια, των κυρίων «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;», πώς και τους ξέφυγε (και) ο Ντελακρουά;
Αλλά ας θυμηθούμε και κείνο το τραγούδι της Αντίστασης:

«Δε φοβάμαι την κρεμάλα, δε φοβάμαι το σκοινί/Και στο διάβα μου όλοι τρέμουν ράλληδες και γερμανοί/ Ράλληδες, ταγματαλήτες, μπουραντάδες, γερμανοί/ Τα κεφάλια σας θα πέσουν, απ’ τ’ αντάρτικο σπαθί»
Ή και το άλλο «Το τραγούδι του Άρη» που τραγουδιόταν σε όλη την Ελλάδα μετά τη μάχη στο Μικρό Χωριό, το 1942:
«Βαριά στενάζουν τα βουνά/ Κι ο ήλιος σκοτεινιάζει/ Το δόλιο το Μικρό Χωρίο/ Και πάλι ανταριάζει/ Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά/ πέφτουν ντουφέκια ανάρια/ ο Άρης κάνει πόλεμο/ μ’ αντάρτες παλικάρια».
Εδώ οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» διαπιστώνουν πολύ σοβαρό πρόβλημα; Μάλλον θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε αντάρτικο σπαθί, τότε, ή κι αν υπήρχε, να ήταν πιο «φιλικό» με τους ναζί και τους γερμανοτσολιάδες;


Ανταρτοπούλες του ΕΛΑΣ, μαχήτριες κατά του ναζιστικού ζυγού. Μήπως θα τις πάρει κι αυτές η «μπάλα» των κυρίων «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;»
Ακούστε αγαπητοί σημαιοφόροι της προπαγανδιστικής πυροβολαρχίας του «καταδικάζω τη βία απ όπου κι αν προέρχεται»: Έχουν περάσει πολλές χιλιάδες χρόνια που ο άνθρωπος ήταν σκλάβος, μετά έγινε δουλοπάροικος και τους τελευταίους αιώνες προλετάριος, δηλαδή μισθωτός σκλάβος, για να μπορούμε πια να αντιληφθούμε τι κρύβεται πίσω από τον δήθεν «πασιφισμό» σας:

Η δική σας «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», αποτελεί έναν «κομψό», κατ’ επίφαση «δημοκρατικό», τάχα μου «φιλελεύθερο» και πάντα ραφιναρισμένο τρόπο για να υπονομεύετε το δίκιο του αγώνα των καταπιεσμένων. Πώς; Μα παίρνοντας «ίσες» αποστάσεις τόσο ανάμεσα στο «δίκιο», στις «ελευθερίες» και στο «δικαίωμα» του καταπιεστή να καταπιέζει, όσο και στο δίκιο, στις ελευθερίες και στο δικαίωμα του καταπιεσμένου να αντιδρά. Να αντιστέκεται. Να μην συνθηκολογεί με την καταπίεση και με τον καταπιεστή του.

Το θέμα σας – ας είμαστε ειλικρινείς – δεν είναι η αποκήρυξη της βίας και της κάθε βίας, όπως λέτε. Εκτός αν αποκηρύσσεται και τον κ.Βορίδη και την γνωστή δήλωσή του περί της «νόμιμης κρατικής βίας». Εσείς που «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» την «νόμιμη – κατ’ εσάς – κρατική βία» την αποκηρύσσετε;

Πίσω από τον δήθεν «πασιφισμό» σας και από τα διαγγέλματα «κοινωνικής ειρήνης» προς μια κοινωνία που της έχετε βάλει μπουρλότο, στόχος σας είναι να σπιλώσετε τον αγώνα του καταπιεσμένου ενάντια στον τύραννο και τον εκμεταλλευτή του, βαφτίζοντας «βία» την αντίσταση και τη διαμαρτυρία του. Κι αφού τη σπιλώσετε και τη συκοφαντήσετε, μετά σπεύδετε να την αντιπαραβάλλεται με τη βία του εκμεταλλευτή, με τη βία των μνημονίων, με τη βία της φτωχοποίησης, με τη βία των ΜΑΤ, με τη βία των νόμων σας. Αυτή τη βία, βέβαια, δεν την λέτε βία. Την βαφτίζετε «νομιμότητα» και «δημοκρατία».



Φυσικά οι πάντα ευπρεπείς εστέτ του δήθεν ανθρωπισμού, θα συνεχίσουν το ίδιο τροπάρι: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;»… Νομίζουν ότι έτσι θα φέρουν πιο κοντά όχι μόνο το «Τέλος της Ιστορίας», αλλά και το τέλος της φιλοσοφίας. Μεγαλεπήβολος στόχος, αλλά κατά κακή τύχη των διακόνων της ιστορικής αφασίας και της πολιτικής υποκρισίας υπάρχει η πραγματικότητα. Και προς δόξαν της πραγματικότητας, τη βία – ως συστατικό στοιχείο της ύπαρξης των κοινωνιών όπου αντιπαρατίθενται αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα – είτε την καταδικάζεις, είτε δεν την καταδικάζεις, αυτή υπάρχει. Ερήμην των ηθικοπλαστικών κηρυγμάτων και τρις ερήμην της πολιτικής κατεργαριάς.

Καταδικάστε τη βία όσο θέλετε, 24 ώρες το 24ωρο. Όμως:

Για όσο στον κόσμο θα επικρατεί ο νόμος του ισχυρού, για όσο θα θεωρείται «δημοκρατία» να υπάρχουν οι «από πάνω» και οι «από κάτω», για όσο το δίκιο θα καθορίζεται με βάση την δύναμη και θα υποτάσσεται σε αυτήν, για όσο οι κοινωνίες θα χωρίζονται σε τάξεις όπου οι πεντακοσιομέδιμνοι θα κάνουν κουμάντο πάνω στους ζευγίτες και όλοι μαζί πάνω στους δούλους, το να καταδικάζεις τη βία (ακόμα κι όταν αυτή η καταδίκη είναι ειλικρινής) είναι τόσο μάταιο όσο το να καταδικάζεις το γήρας. Η’ το θάνατο.Όσο κι αν τον καταδικάσεις, αυτός υπάρχει. Και θα υπάρχει μέχρι τη δευτέρα παρουσία (τουλάχιστον…).

Πριν σπεύσουν κάποιοι να πουν ότι όποιος αναγνωρίζει το αναπόφευκτο της ύπαρξης της βίας ταυτόχρονα την «δικαιώνει», απαντάμε: Η αναγνώριση ότι ο θάνατος υπάρχει, μόνο κάποιος παράλογος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι συνιστά εκδήλωση «αγάπης» προς το θάνατο ή δήλωση «δικαίωσης» της ύπαρξής του ή ότι αναιρεί την απέχθεια απέναντί του.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι η ρητορική καταδίκη της βίας – «μαμής» της Ιστορίας κατά Μαρξ. Το ζητούμενο είναι η δίκη, η καταδίκη και ο εξοβελισμός της «μάνας» και του «πατέρα» της βίας και όλων όσοι την γεννούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το θέμα του πολέμου. Τι πιο βίαιο! Αλλά αν θέλεις να είσαι σοβαρός, το πώς τοποθετείσαι απέναντι στον πόλεμο δεν μπορεί να τελειώνει (ούτε καν να αρχίζει) με την έκφραση της καταδίκης του πολέμου. Γιατί έχει και «παρακάτω». Η μήπως δεν έχει «παρακάτω»; Δεν απαιτείται, δηλαδή, να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας του πολέμου; Το «καταδικάζω τον πόλεμο» σε βγάζει, τάχα, από την υποχρέωση να τοποθετηθείς, να πάρεις θέση αν είναι δίκαιος ή άδικος ο πόλεμος, από πλευράς εκείνων που είτε ως αμυνόμενοι, είτε ως επιτιθέμενοι, συμμετέχουν σε αυτόν;

Εκτός αν καταλήξουμε ότι κάθε πόλεμος είναι άδικος και ότι με ένα «καταδικάζω τον πόλεμο» ξεμπερδεύουμε. Αλλά τότε εξίσου «άδικο» με τους Τούρκους το ’21 είχαν και οι επαναστατημένοι Έλληνες. Όμως, αν κάθε πόλεμος είναι «άδικος», και αν η αδικία επιμερίζεται εξίσου σε όλους όσοι συμμετέχουν ή εξαναγκάζονται να συμμετάσχουν σε αυτόν, τότε καλύτερη δικαίωση του «αδικητή» δεν μπορεί να υπάρξει.


Η «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» και της Αμερικανικής Επανάστασης, που αναγνώριζε την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και τα αναφαίρετα δικαιώματα του κάθε πολίτη, όπως η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας, κάπως έτσι προέκυψε. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» την καταδικάζουν;
Όταν επομένως μιλάμε για βία, το χρέος μας δεν είναι να αραδιάζουμε επίθετα και προσδιορισμούς για να αποδείξουμε πόσο απεχθής μας είναι, μη και δεν πάρουμε μέρος στο γενικό μεθύσι κάποιας αταξικής, απολίτικης και αντι-ιστορικής «συναδέλφωσης». Υποχρέωση του καθενός – εφόσον σέβεται τον εαυτό του – είναι να προσδιορίζει το χαρακτήρα της βίας.

Και στο σημείο αυτό, αφήνουμε τη «βαριά φιλοσοφία» και ερχόμαστε στην τρέχουσα επικαιρότητα: Υποχρέωση του καθενός, αν μάλιστα είναι αξιοπρεπής (ούτε κομμουνιστής ούτε μη κομμουνιστής, ούτε αριστερός ούτε δεξιός, ούτε προοδευτικός ούτε συντηρητικός, αλλά «απλώς» αξιοπρεπής), είναι να μην επιτρέπει να συκοφαντούνται οι κοινωνικοί αγώνες μέσα από τη χυδαία επιχείρηση να διασυνδεθούν, να παραλληλιστούν ή πολύ περισσότερο να ταυτιστούν με το ναζιστικό έγκλημα. Με το φασιστικό λιντσάρισμα. Με την ατομική τρομοκρατία. Με την παρα-κρατική δράση. Με την προβοκατόρικη, δολοφονική δράση τύπου «Μαρφίν» κοκ.

Δεν υπάρχει πιο ευδιάκριτο σινιάλο επερχόμενης πολιτικής «ανωμαλίας» από τη χυδαιότητα που ισχυρίζεται, άμεσα ή έμμεσα, ότι η λαϊκή αντίσταση αποτελεί τάχα τη «δικαίωση», τη «νομιμοποίηση», τον «τροφοδότη», το «συγκοινωνούν δοχείο» ή ακόμα και τον «γεννήτορα» (!) της τραμπούκικης, της υποκοσμιακής, της ναζιστικής και κάθε μορφής φασιστικής βίας.

Εκείνο που ισχύει είναι το ακριβώς αντίθετο:

Οι μαζικοί, λαϊκοί, κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, εφόσον είναι τέτοιοι, όχι μόνο δεν αποτελούν την «κατάφαση», αλλά την πιο κατηγορηματική, την πιο εκκωφαντική άρνηση – μέχρι του σημείου της κατάργησή της – της βίας που ασκείται πάνω στον καταπιεσμένο. Η κατάργηση αυτής της βίας, που γεννά όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και το καθήκον της αντίστασης απέναντί της, είναι και ο μόνος δρόμος για την αντιμετώπιση της βίας, γενικά, και της διάχυσής της.

Υποχρέωση, τελικά, του καθενός – εφόσον σέβεται τον εαυτό του – δεν είναι να εξαντλείται στην «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται». Είναι η καταδίκη και η αντίσταση στη βία, αλλά από εκεί που πραγματικά προέρχεται. Είναι η καταδίκη, η αντίσταση και η αποκάλυψη της βίας – και όσων κρύβονται πίσω της – που αναπαράγει, ενισχύει, διευκολύνει και «νομιμοποιεί» την καθεστωτική βιαιότητα.


Μήπως γνωρίζουν οι κύριοι «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» από πού παίρνει εντολές αυτό το παλικάρι;
Τα όσα σημειώνουμε παραπάνω μόνο από κάποιον συκοφάντη ή εντελώς ευήθη θα ερμηνεύονταν ως στάση που προσεγγίζει τη βία ως κάτι, τάχα, το επιθυμητό. Εκείνο που λέμε είναι ότι η βία αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της μόνης ελεύθερης προσέγγισης που μπορεί να υπάρξει. Και η μόνη ελεύθερη προσέγγιση είναι εκείνη που διαθέτει επίγνωση της αναγκαιότητας.

Αν πάλι όλα αυτά δεν ισχύουν, τότε όχι μόνο θα πρέπει να «καταδικάσουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», αλλά θα πρέπει να ζητήσουμε και «συγγνώμη»:

Να ζητήσουμε «συγγνώμη», για παράδειγμα, για λογαριασμό του Άρη και του αντάρτη του ΕΛΑΣ που άσκησαν βία κατά της χιτλερικής χολέρας. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού που τσάκισε το κτήνος του ναζισμού στο Ράιχσταγκ. «Συγγνώμη» για λογαριασμό των κολίγων στο Κιλελέρ. Συγγνώμη για λογαριασμό εκείνων που γκρέμισαν τη Βαστίλη και των άλλων που πολέμησαν για την κατάργηση της δουλείας στην Αμερική. «Συγγνώμη» για λογαριασμό και του πιτσιρικά της «Ιντιφάντα» που πετούσε τόσο βίαια τις πέτρες του στα τανκς των Ισραηλινών. «Συγγνώμη» και για την άποψή μας ότι ο λαός μας, οργανωμένα, αποφασιστικά και μαζικά – δηλαδή δημοκρατικά – έχει κάθε δικαίωμα να πάρει την «όψη που με βιά μετράει τη γη» και να αποτινάξει από το σβέρκο του τα μνημόνια και ό,τι γεννάει τα μνημόνια.

«Συγγνώμη»; Δεν θα μπορέσουμε…



Από τη μια η βία του ισραηλινού τανκ. Από την άλλη η βία της πέτρας του Παλαιστίνιου πιτσιρικά. Ερώτηση: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;». Απάντηση: «Όχι»!

---
---
*

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

"Ενα γιαούρτι έχω μικρό στην κάπα μου χωμένο..."...

*
stavrosx1
***
*



Απάνω μου έχω πάντοτε στην κάπα μου χωμένο
ένα φρέσκο αγελαδινό λαχταριστό γιαούρτι
– όπως αυτά που συνηθούν και τρώνε...
οι γιαγιάδες – μ’ έμαθε και το έφτιαχνα μια γριά απ’ την Φρανκφούρτη.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, τη γέρο – Γερμανίδα,
που έμοιαζε με μια παλιά φωτογραφία ενός μπόγια,
σκυφτή πλάι σε βαυαρικά τυριά και σε ποδιές ραμμένες,
να λέει με μια πνιχτή φωνή τα παρακάτω λόγια:

«Ετούτο το γιαούρτι, εδώ, που θέλεις να γνωρίσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που `μάθαν να το φτιάχνουν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δόλια έχει γιαουρτώσει.

Ο χερ Ματίας γιαούρτωσε μ’ αυτό τη φράου Στέφι,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον αγνοούσε.
Ο Δούκας Γιόζεφ, τις βραδιές, τον δύστυχο εγγονό του
μ’ ένα γιαούρτι σαν αυτό διαρκώς τον κυνηγούσε.

Ένας μανάβης την ξανθιά ερωμένη του από ζήλια
και κάποιος ναύτης Γερμανός ένα Γραικό λοστρόμο.
Η συνταγή του έφτασε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Κάτσε και δες το, έναν κεσέ και λίγο ζάχαρη έχει,
δεν είν’ πηχτό, δοκίμασε και μην το ρίξεις κάτω,
μα εγώ θα σε συμβούλευα ούτε να το πλησιάσεις».
– Πόσα θέλεις; – Μόνο μάρκα εφτά. Αφού το θέλεις, φα’το.

Ένα γιαούρτι έχω μικρό στην κάπα μου χωμένο,
που iδιοτροπία μ’ έκαμε και το ῾καμα δικό μου
κι αφού κανένα δε μισώ για να τον γιαουρτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…


Σημείωση: Αφιερωμένο σε εκείνους που δεν διαθέτουν το φιλότιμο να ξεχωρίζουν το γιαούρτι από το μαχαίρι. Μαζί και μια συγγνώμη που πείραξα το σπουδαίο ποίημα «Το μαχαίρι» του Νίκου Καββαδία.
Γεράσιμος Χολέβας
---
---
*

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη

*
stavrosx1
***
*


Η βαθιά Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς συντηρητική. Είναι σκοτεινή. Είναι η πόλη των φαντασμάτων που λέει ο Μαζάουερ. Θέλει να κλαψουρίζει μόνο για τα ελληνικά σύμβολά της. Για αυτό μισεί τον Μπουτάρη. Γιατί δεν την αφήνει ήσυχη να βολεύεται στο θυματοποιημένο ναρκισσισμό και στα ψέματα της

του Νίκου Μαραντζίδη

Για να πω την αλήθεια, αρχικά ήθελα να τιτλοφορήσω το άρθρο «sweet home Alabama». Την ιδέα μου την έδωσε ένας φίλος, όταν συζητώντας για τη δολοφονική επίθεση στον Μπουτάρη, μου είπε: «ξέρεις κάτι μερικές φορές στη Σαλονίκη αισθάνομαι σαν να ζούμε στην Αλαμπάμα τη δεκαετία του ’60, μόνο που οι μαύροι είμαστε εμείς». Γέλασα, ήταν υπερβολικό μεν, το βρήκα έξυπνο δε, se non è vero, è ben trovato, που λένε οι Ιταλοί.

Πράγματι, υπερβολικό γιατί η Θεσσαλονίκη δεν είναι δα ο αμερικάνικος βαθιά συντηρητικός και συχνά ρατσιστικός νότος, με την καταθλιπτική του ομοιομορφία. Είναι ένας κόσμος σύνθετος. Με ζωντανές και νεανικές πρωτοπορίες κάθε είδους, γεμάτες κοσμοπολιτισμό και ανοιχτούς ορίζοντες. Πρωτοπορίες προσανατολισμένες στο μέλλον, στον έξω κόσμο. «Ταξιδιάρες Ψυχές» που λένε οι «Τρύπες» με τις οποίες μεγάλωσα στη Σαλονίκη.

Σε αυτές τις περίεργες, συχνά ιδιότροπες avant-garde ίσως η πόλη να οφείλει τους μύθους που την έκαναν αγαπητή σε πολλούς έξω από αυτήν πολλά χρόνια τώρα. Για αυτούς τους πληθυσμούς, πρόσωπα όπως ο Γιάννης Μπουτάρης, ή ο Σπύρος Βούγιας παλιότερα, αποτέλεσαν την ενσάρκωση του εναλλακτικού, του διαφορετικού προσώπου της πόλης. Για ένα μυστήριο λόγο, η Θεσσαλονίκη θέλει καμιά φορά να παριστάνει την «εκτός ορίων». Σαν να βγάζει γλώσσα στον ίδιο της τον εαυτό μπροστά στον καθρέπτη.

Ομως, η πόλη δεν είναι μόνο, ούτε καν κυρίως, αυτό. Η Θεσσαλονίκη, η βαθιά Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς συντηρητική. Είναι σκοτεινή. Είναι η πόλη των φαντασμάτων, που λέει ο Μαζάουερ. Κουβαλάει μέσα της καλά κρυμμένους σκελετούς για τους οποίους δεν θέλει να μιλά, και παριστάνει πως δεν θυμάται.

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη στην οποία κάνει ό,τι θέλει το κατηχητικό και οι παρεκκλησιαστικές οργανώσεις. Βρωμοκοπάει ακόμη στρατώνες και χωροφυλακή, είχε πει ο δικός μας ο Νίκος Παπάζογλου πριν καμιά δεκαριά χρόνια σε μια συνέντευξη. Αυτή η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, του κατηχητικού και των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων βρωμοκοπάει μια σάπια ιστορία καλά κρυμμένη στο σκοτεινό κελάρι, κρυμμένη όχι για να πεθάνει, αλλά για να συνεχίσει να υπάρχει ανάμεσα μας, έστω και ως ζόμπι, για να μας στοιχειώνει.


Αυτή η Θεσσαλονίκη των ΕΕΕ, των αντισημιτικών και φασιστικών οργανώσεων του Μεσοπολέμου, του εμπρησμού του εβραϊκού οικισμού Κάμπελ, αυτή η Θεσσαλονίκη που σιώπησε, αν δεν εκμεταλλεύτηκε, το ολοκαύτωμα των θεσσαλονικιών Εβραίων κλέβοντας τις περιουσίες τους, αυτή η Θεσσαλονίκη που απόλαυσε ακόμη και την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου τρέχοντας χωρίς αιδώ, χωρίς συμπόνια να γραφτεί στις λίστες για να προλάβει να πάρει και τις πλάκες των νεκρών για να τις χρησιμοποιήσει όπου βόλευε, αυτή η Θεσσαλονίκη των παρακρατικών και των εθνικοφρόνων σωματείων της μετεμφυλιακής Ελλάδας που λεηλατούσε την αμερικάνικη βοήθεια μοιράζοντάς την στους «γνήσιους» Eλληνες πελάτες-ψηφοφόρους της.

Αυτή η Θεσσαλονίκη των δοσιλόγων και μαυραγοριτών που έγιναν σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης, αυτή η Θεσσαλονίκη των τραμπούκων που πέταγαν με τις κλωτσιές από τις σκάλες ή από τα μπαλκόνια όσους δεν «συμμορφώνονταν», αυτή η Θεσσαλονίκη της «καρφίτσας» και των χαφιέδων, ναι υπάρχει ακόμη και διαμορφώνει ή έστω επηρεάζει το κλίμα.

Αυτό το βαρύ πνιγηρό κλίμα, την «ακροδεξιίλα» που όσοι γεννηθήκαμε στη Σαλονίκη ξέρουμε να ξεχωρίζουμε από χιλιόμετρα μακριά. Τώρα η βαθιά Θεσσαλονίκη μεταμορφώνεται, μασκαρεύεται για την ακρίβεια, σε μια νέα εθνικοφροσύνη, που τρέχει με αλαλαγμούς στα συλλαλητήρια για τη «Μακεδονία μας» και στα διάφορα «εθνικά» μνημόσυνα, φοράει αρχαίες πανοπλίες, ορθόδοξους ή ρωσόφιλους μανδύες και βγαίνει δημόσια για να βρίσει χυδαία και να απειλήσει όποιον της αντιμιλά.

Αυτή η Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει μόνο στα στέκια των αλητών που χτύπησαν τον δήμαρχο, υπάρχει και στις καθωσπρέπει συνάξεις της καλής κοινωνίας. Την βρίσκεις παντού, ακόμη και εκεί που δεν φαντάζεσαι, ακόμη και σε αθλητικά ραδιόφωνα που μόνο σ’ αυτή την πόλη παίζουν ρόλο διαμορφωτή κοινής γνώμης.

Αυτή η Θεσσαλονίκη δεν αντέχει να μιλά για τους σκελετούς της. Η βαθιά Θεσσαλονίκη αντιπαθεί να της θυμίζουν το παρελθόν της. Δεν θέλει να ξέρει ούτε που βρίσκονταν τα εβραϊκά σπίτια ή τα τουρκικά μνημεία. Αν μπορούσε θα τα είχε εξαφανίσει.

Αυτή η βαθιά Θεσσαλονίκη που υποκρίνεται πως ξέρει απέξω και ανακατωτά την ιστορία των Μακεδόνων βασιλέων, του Φίλιππου και του Αλέξανδρου, 2500 χιλιάδες χρόνια πριν, αυτή η Θεσσαλονίκη που παριστάνει πως ξέρει καλά τι έγινε ακριβώς στο μικρασιατικό μέτωπο και στον Πόντο στα χρόνια του μικρασιατικού πολέμου, αυτή η Θεσσαλονίκη, ιδέα δεν έχει αλλά ούτε και που της καίγεται καρφί τι απέγιναν οι άνθρωποι, που ήταν οι γείτονες της μέχρι προχθές, Εβραίοι, Τούρκοι, Βούλγαροι.

Χαμπάρι δεν έχει για τον πολιτισμό τους, τα μνημεία τους, το αποτύπωμα τους στο χώμα και στον αέρα αυτής της πόλης. Αυτή η βαθιά Θεσσαλονίκη που δεν θέλει ούτε στον εαυτό της να παραδεχτεί πόσο μεγάλα είναι τα παραμύθια της, κάνει πως δεν θυμάται ότι μέσα στις οικογένειες προσφυγικής καταγωγής, σαν τη δική μου ας πούμε, μέχρι και τη δεκαετία του ’80, όταν σε ρωτούσαν «Μακεδόνας είσαι;» απαντούσες «όχι πρόσφυγας», γιατί ήξερες πως Μακεδόνες ήταν οι ντόπιοι, οι άλλοι.

Αυτή η βαθιά Θεσσαλονίκη θέλει να κλαψουρίζει μόνο για τα ελληνικά σύμβολά της και τους νεκρούς που αναγνωρίζει για δικούς της. Αυτή να παριστάνει πάντα και μόνο το θύμα, ποτέ τον θύτη. Αυτή η βαθιά Θεσσαλονίκη για αυτό μισεί τον Μπουτάρη, γιατί δεν την αφήνει ήσυχη να βολεύεται στο θυματοποιημένο ναρκισσισμό και στα ψέματά της.
---
* Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

---
---
*

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

"Ντιλάρω" ή την γλώτταν μου έδωκαν ελληνικήν

*
stavrosx1
***
*

Το «ντιλάρω» πάει πρώτη σελίδα



ΕΝΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΡΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΟΥΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΙ Ο ΤΣΙΠΡΑΣ, Η ΜΕΛΕΤΗ, Ο ΦΑΗΛΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ Κ.ΛΠ. ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΒΡΗΚΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ - Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ

Το ίντερνετ και η μόδα που απαιτεί διαφορετικό τρόπο γλωσσικής έκφρασης διαφόρων κοινωνικών ομάδων, έχει κατεβάσει έναν ποταμό νέων όρων στο λεξιλόγιό μας. Λόγου χάρη, πριν μερικά χρόνια το «γκουγκλάρω» ήταν ένας ανεξερεύνητος άγνωστος πλανήτης. Σήμερα ξέρουν τι σημαίνει το… πανάρχαιο ρήμα ακόμα και γιαγιάδες, παππούδες και θείες. Σιγά σιγά ακούμε και μαθαίνουμε τις νέες έννοιες, δεν παραξενευόμαστε. Άλλωστε η γλωσσική μας ευφυΐα έχει ελληνοποιήσει εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες, ξένες λέξεις με περίεργο τρόπο (σπριντάρω, ντεημάνης, φορτσάρω κ.λπ.).



Όταν όμως βλέπεις έναν όρο που δεν έχει καταγραφεί ακόμα στα σύγχρονα λεξικά να χρησιμοποιείται με μεγάλα γράμματα στο πρωτοσέλιδο βασικό θέμα πολιτικής εφημερίδας, εντυπωσιάζεσαι. «Ντιλάρουν με τα λεφτά των άλλων» γράφει ο Φιλελεύθερος βάζοντας κόκκινα γράμματα στο ρήμα. Πρόκειται για μια λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί στο υβριδικό λεξιλόγιο εκείνου του νεοέλληνα που θέλει να μοντερνοποιήσει και τη γλώσσα για να ξεχωρίζει. Στα γνωστά ηλεκτρονικά λεξικά το «ντιλάρω» δεν έχει καταχωριστεί. Το Λεξικό Μπαμπινιώτη, που ψάχνεται στους νεολογισμούς, δεν την έχει. Από την Πύλη της Ελληνικής Γλώσσας δεν έχει διαβεί. Ακόμα και στο ψαγμένο στους όρους εκτός συρμού slang.gr, όταν αναζητάς το «Ντιλάρω» σου απαντά «Σόρι, δεν βρέθηκαν αποτελέσματα!» Βρήκαμε μόνο έναν ορισμό που αποδίδεται στο «Λεξικό Γεωργίου Β. Κάτου», ο οποίος αναφέρει:

«Ντιλάρω, ρ. {ντίλερ + καταλ. –άρω}, (στη γλώσσα των ναρκωτικών) διακινώ ναρκωτικά: «έμεινε χωρίς δουλειά και τώρα ντιλάρει ό,τι κυκλοφορεί στην πιάτσα».

Με το γκουγκλάρισμα της λέξης βρήκαμε ότι έχει χρησιμοποιηθεί από δημοσιογράφους, συγγραφείς, εικαστικούς, τηλεπερσόνες, πολιτικούς – ακόμα και από τον πρωθυπουργό. Δεν είμαστε βέβαιοι ότι όλοι την είπαν και την έγραψαν εννοώντας ακριβώς το ίδιο πράγμα. Να τι ψαρέψαμε από το Διαδίκτυο:

** «Γιατί τόσο το παλιό πολιτικό σύστημα όσο και οι οικονομικοί του προστάτες έχουν αρχίσει πια να κατανοούν ότι εμείς μιλάμε σοβαρά. Ούτε παίζουμε. Ούτε φοβόμαστε. Ούτε 
ντιλάρουμε, όπως έκαναν όλοι οι προηγούμενοι από μας» (Αλέξης Τσίπρας σε συνεδρίαση της ΚΟ).

** «"Δεν μου “ρχεται!"» μου απάντησε απολύτως άχρωμα. "Ναι, βλέπω και τον πατέρα μου, που έχει κάνει Ιδρύματα… Ποτέ δεν ήθελα τέτοια πράγματα. Και θα το θεωρούσα υποκρισία να τα κάνω για να με αγαπάει ο κόσμος. Εμένα με ενδιαφέρει να διακρίνομαι στις επιχειρήσεις μου και να 
ντιλάρω  ευφυώς στο χόμπι μου"» (Από κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου στο lifo.gr. Είναι απάντηση Έλληνα, πολύ πλούσιου, επιχειρηματία –τον οποίο δεν κατονομάζει– στο ερώτημά του γιατί δεν έχει φτιάξει «κάτι που να φανεί χρήσιμο σε τόσους ανθρώπους που ζορίζονται άγρια;»).

** «Με εξοργίζει η ασυνέπεια… Αγχώνομαι όταν έρχεται το σχολικό και τα παιδιά δεν είναι έτοιμα. Ο Θοδωρής είναι εντελώς διαφορετικός… Είναι το άλλο άκρο, δεν ζυγιάζεται, προσπαθώ να τον 
ντιλάρω, εκεί έχουμε σοβαρό θέμα, τσακωνόμαστε πολύ συχνά γι’ αυτό… αλλά τον αγαπώ. Όταν είσαι ερωτευμένος αυτά δεν τα βλέπεις» (Σίσσυ Χρηστίδη ως φιλοξενούμενη στην εκπομπή «Ελένη»).

** «Αυτό που γουστάρω πιο πολύ είναι η καύλα που νιώθω με τις μέσα λέξεις – που εγώ δεν μιλάω πολύ. Δεν μου αρέσει να 
ντιλάρω μες το έξω – την στήνω στα πράγματα, κόβω φάση, σκέφτομαι. Και όταν σκέφτομαι είναι κάτι σαν το πιο γαμάτο πάρτι (…)» (Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Κυριακή» του Αλέξη Σταμάτη).

** «Αύριο, θα ξυπνήσω χαράματα, ναι, αυτό ήταν κάτι σκληρό που έπρεπε να 
ντιλάρω. Η επιστροφή στο σπίτι ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη. Δεν είχαμε να φτιάξουμε τσάντες (περίμεναν έτοιμες μέρες, αφού είχαμε φτάσει κοντά στο τέλος και του ένατου μήνα), δεν θέλαμε να πούμε πολλά, δεν έπρεπε να αγχωθεί εκείνη, περισσότερο από όσο ήδη ήταν» (Από κείμενο του Μάνου Μίχαλου με τίτλο «Τη μέρα που έγινα μπαμπάς», στο oneman.gr).

** «Λίγες ώρες πριν είχε σβήσει ένα προσφιλές µου πρόσωπο, το πένθος δεν µε πλημμύριζε µόνο ψυχικά και συναισθηματικά αλλά και εµπράκτως, µιας και ανέλαβα να 
ντιλάρω µε όλα τα συνεπακόλουθα αυτού του τραγικού συµβάντος. Έπρεπε να διαλέξω ποιότητα κηδείας Α΄ ή Β΄, αντίστοιχης ποιότητας θέση τάφου, να κανονίσω µε τα κοράκια την τιµή, να µετρήσω παριστάµενους στο gig του καφέ της παρηγοριάς ώστε να πληρώσω το death bar, να σπρώξω ταλιράκι ευρώ στον "πάτερ" που απάγγειλε την ευχή στα τριήµερα. Μπρρρ!» (Στέφανος Τσιτσόπουλος, σε κείμενο του στην Athens Voice).

** «Μερικοί φίλοι, μιλώντας για εμμονή, μου έκαναν πλάκα μήπως σκέφτομαι να βάλω υποψήφιος στο Αίγιο ή στα πέριξ του Υμηττού ή μήπως θα εγκαταλείψω τη μαχομένη δικηγορία για να 
ντιλάρω ελληνικά όπλα και πυρομαχικά» (Φαήλος Κρανιδιώτης, από άρθρο του στη δημοκρατία).

** «"Να στοχεύεις σε μια συγκεκριμένη παρέα. Αυτή που ξέρεις ότι ταιριάζετε μουσικά και τους βλέπεις να χορεύουν και γενικά να γουστάρουν με αυτά που παίζεις", αυτή ήταν η συμβουλή που μου έδωσε ένας βετεράνος των decks όταν τον ρώτησα δύο - τρία πράγματα για το πως να 
ντιλάρω το τρακ μου» (Φιλίππα Δημητριάδη στο m.popaganda.gr).

** «Τον πρώτο καιρό μου έλειπε η ρυμοτομία της Θεσσαλονίκης. Οι ευθείες της. Εγνατία, Τσιμισκή, Μητροπόλεως, Λεωφ. Νίκης, όλα μια ευθεία. Ξαφνικά, έπρεπε να 
ντιλάρω πολλές κατευθύνσεις, βόρεια και νότια προάστια, πολλούς δρόμους, ένα χάος» (Άρης Καβατζίκης, Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος, διευθυντής του Hello).
---
---
*

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Τα... "καθαρά" χέρια των Χουντικών...

*
stavrosx1
***
*

Πέντε οικονομικοί μύθοι
και τρία σκάνδαλα της Επταετίας



Πενήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου του 1967 όταν η “ασθενής” Ελλάδα μπήκε στον “γύψο” τριών πραξικοπηματιών στρατιωτικών.
Κάθε χρονο τέτοιες μέρες οι υμνητές και απολογητές της αιματοβαμμένης ελληνικής δικτατορίας, επιχειρούν με κάθε είδους λαθροχειρίες και ιστορικές ανακρίβειες να «παίξουν» με το συναίσθημα των πολιτών και την εγγενή τάση του ανθρώπου να εξιδανικεύει το μακρινό παρελθόν, με σκοπό να «ξεπλύνουν» το καθεστώς από τα εγκλήματα που διέπραξε ενάντια στον ίδιο τον ελληνικό λαό.
Θα ήταν ανούσιο να επιμείνουμε στην υπενθύμιση των εξοριών, των βασανιστηρίων και των θανάτων εκατοντάδων δημοκρατών που μόλις τρεις δεκαετίες μετά την ηρωική Αντίσταση, είδαν τη χώρα να καταλαμβάνεται και πάλι από το «χακί», αυτή τη φορά, όμως, το «ντόπιο».
Τα στυγερά εγκλήματα του καθεστώτος είναι γνωστά σε όλους, ακόμα και σε όσους κάνουν πως δεν έμαθαν, πως δε θυμούνται, ή πως «διάβαζαν» εκείνα τα χρόνια.
Με αφορμή την 51η επέτειο από το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, κάνουμε σήμερα μια σύντομη και όσο το δυνατόν πιο συνοπτική αναφορά στους πιο συχνούς μύθους που οι υμνητές της χούντας επαναλαμβάνουν μονότονα, ενώ αναδεικνύουμε και τρία από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα που μέσα σε επτά χρόνια πρόλαβε το καθεστώς να κάνει.

Το… «οικονομικό θαύμα» της Χούντας
Τα «που ‘σαι Παπαδόπουλε» αυτών των ημερών, σχεδόν πάντα ακολουθούνται από ένα δήθεν στοιχείο του οικονομικού «θαύματος» της Χούντας. Μόνο που το «θαύμα» ζει μόνο στα μυαλά εκείνων που το κατασκεύασαν με την πίστη ότι όσο περισσότεροι το αναμασσούν, τόσο ευκολότερα θα θεωρηθεί δεδομένο και δεν θα αποκαλυφθεί η ανικανότητα του καθεστώτος -μεταξύ των άλλων- και στο οικονομικό επίπεδο.
Σε αναλυτικό άρθρο που δημοσιεύτηκε το 2013 στην εφημερίδα Ριζοσπάστης (στη στήλη «Ημεροδρόμος») και που αντλεί στοιχεία από το περιοδικό Journal of the Hellenic Diaspora (Vol 2 -1975-) καθώς και από την επισκόπηση του Βασίλη Καρίφη«Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967 – 1974)», αναφέρονται αρκετά στοιχεία σχετικά με τους μύθους που συνοδεύουν την οικονομική ανάπτυξη(;) της Χούντας, από τα οποία παρουσιάζουμε τα έξι σημαντικότερα.
  1. «Επί Χούντας είχαμε μηδενικό χρέος» – ΜΥΘΟΣ
    Το δημόσιο χρέος, τον Δεκέμβριο του 1967, δηλαδή λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα του Απρίλη ανερχόταν στο ποσό των 38,7 δισεκ. δραχμών. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1973 το δημόσιο χρέος είχε «σκαρφαλώσει στα 87,5 δισεκ.
  2. «Επί Χούντας δεν είχαμε έλλειμα» – ΜΥΘΟΣ
    Το εμπορικό έλλειμμα το 1973 ήταν πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968.
  3. «Η Χούντα επένδυε στην Παιδεία» – ΜΥΘΟΣ
    Το ποσοστό των δαπανών για την εκπαίδευση στο σύνολο των γενικών κρατικών δαπανών μειώθηκε κατά 1,6%. Συγκεκριμένα από το 11,6% οι δαπάνες για την Παιδεία μειώθηκαν στο 10%. Αντιθέτως, οι δαπάνες για την «άμυνα» και «δημόσια ασφάλεια» του αστυνομοκρατικού καθεστώτος μέσα σε μια πενταετία σχεδόν διπλασιάστηκαν.
  4. «Επί Χούντας τουλάχιστον είχαμε λεφτά» – ΜΥΘΟΣ
    Οι προσωπικές καταθέσεις μειώθηκαν από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973.
  5. «Η Χούντα φρόντιζε τους αγρότες» – ΜΥΘΟΣ
    Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972. Το αποτέλεσμα ήταν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα να πέσει από το 55% στο 43% του μέσου κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος.
  6. «Επί Χούντας υπήρχε φορολογική δικαιοσύνη. Πλήρωναν και οι “μικροί” και οι “μεγάλοι”» – ΜΥΘΟΣ
    Οι φόροι που επιβάρυναν τα λαϊκά στρώματα ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος, τα οποία από 27,4% του ΑΕΠ το 1966, επί συνταγματαρχών και μέχρι το 1972 αυξήθηκαν στο 29,2%. Από την άλλη, οι φόροι επί των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 10,9% την περίοδο 1972 – 73, η φορολογική «μεταρρύθμιση» του 1968 που μετέφερε το φορολογικό φορτίο στους ώμους της εργατικής τάξης με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουτοκράτες να απολαμβάνουν μεγαλύτερα φορολογικά προνόμια είχε ως συνέπεια οι φοροαπαλλαγές 464 μεγάλων επιχειρήσεων το 1971 να ήταν κατά τρεις φορές υψηλότερες από τους φόρους που οι ίδιες εταιρείες είχαν καταβάλει. Επίσης, τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%), περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους.

Τα σκάνδαλα των σκανδάλων
Όσοι έχουν μελετήσει σε βάθος τα έργα και τις ημέρες του καθεστώτος της Επταετίας γνωρίζουν ότι το μέγεθος των σκανδάλων, ο αριθμός τους και η χρονική πυκνότητα μέσα στην οποία «κατάφεραν» να τα κάνουν, είναι πρωτοφανή.
Η νομοθέτηση του διπλασιασμού των μισθών των πραξικοπηματιών, τα κρέατα του Μπαλόπουλου, η Litton, το γνωστό «Τάμα» της Εθνοσυνέλευσης, οι διορισμοί των οικογενειών και (φυσικά) η Siemens είναι μόνο κάποιες από τις «παρασπονδίες» των «καθαρών» χουντικών στελεχών.
Από αυτά θα αναδείξουμε αναλυτικότερα τρία σκάνδαλα για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της λεηλασίας που εξαπέλυσαν στα δημόσια ταμεία οι «πατριώτες» στρατιωτικοί.
Τα κρέατα του Μπαλόπουλου
Ο Μιχάλης Μπαλόπουλος ήταν υφυπουργός Εμπορίου. Νωρίτερα είχε χρηματίσει και πρόεδρος του ΕΟΤ. Αυτός κι ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου, ο Ζαφείρης Παπαμιχαλόπουλος, κάθισαν στο εδώλιο για το σκάνδαλο των κρεάτων.
Η σοβαρότερη κατηγορία σε βάρος των δυο, ήταν πως χρηματίζονταν «κατά συρροήν» από μεγαλέμπορους της Ροδεσίας (σημερινή Ζιμπάμπουε) που επεδίωκαν να αποκτήσουν μονοπωλιακά προνόμια στην εισαγωγή κρέατος, ενώ εισήγαγαν ποσότητες ακατάλληλες για τη δημόσια υγεία. Αποτέλεσμα της συγκέντρωσης αδειών εισαγωγής σε χέρια λίγων ήταν οι ανατιμήσεις στις τιμές του κρέατος.
Όταν η αγορά έφτασε στα όριά της, ο Στ. Παττακός έλυσε το πρόβλημα με έναν τρόπο που έμεινε στην ιστορία. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1972 Παττακός δίνει γραπτή εντολή να «διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα ακατάλληλα κρέατα κρέατα από τη Ροδεσία, ενώ απαγόρευσε για κάποιο διάστημα τη διάθεση ντόπιου κρέατος, ώστε να προωθηθούν στην αγορά τα προβληματικά.
Την υπόθεση συνοψίζει ο Αντώνης Σαμαράκης σε άρθρο του στο γαλλικό περιοδικό Le Nouvel Observateur τον Ιούλιο του 1975 (αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα της δημοσιογραφικής ομάδας«Ιός») όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο Μπαλόπουλος αρχικά διηύθυνε τον ελληνικό τουρισμό (θέση στην οποία εκδήλωσε μια αδιαμφισβήτητη επιτηδειότητα στο άρπαγμα), έπειτα σαν υπουργός Εμπορίου είχε ‘αντιμετωπίσει’ μια σοβαρή κρίση εφοδιασμού της αγοράς με κρέατα, διεξάγοντας (τυχαία βέβαια με ανθρώπους της Νοτίου Αφρικής) λαθρεμπόριο με σάπια κρέατα, που τα πρόσφερε, επί μήνες ολόκληρους, στους Έλληνες καταναλωτές. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για θεατρικό έργο του Μπρεχτ. Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε αρχικά σε μερικά χρόνια φυλάκιση και έκανε έφεση. Οταν η υπόθεσή του πήγε στο Εφετείο, ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, παραδόξως, μετατράπηκε σε δικηγόρο της υπεράσπισης. Ουσιαστικά, είπε, ότι οι συνταγματάρχες δεν έκαναν πραξικόπημα αλλά επανάσταση, το καθεστώς τους μόνο δικτατορία δεν ήταν, ήταν τιμή να είναι κανείς υπουργός υπό το καθεστώς τους, κλπ.»
Τα… δικά τους παιδιά
Οι συνταγματάρχες δεν έχασαν χρόνο και αμέσως προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα δικό τους δίκτυο «βολεμένων». Έτσι, ο πρώτος τη τάξει Γεώργιος Παπαδόπουλος έκανε τον έναν αδελφό του Κωνσταντίνοστρατιωτικό ακόλουθο, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής και «υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ». Ο άλλος αδελφός, ο Χαράλαμπος από χαμηλόβαθμος υπάλληλος αναρριχήθηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης σε χρόνο ρεκόρ.
Το Στέλιο Παττακό, πάλι, τον ενθουσίαζαν οι κατασκευές- όπως δείχνει και η ψύχωσή του με … το μυστρί. Αποφάσισε λοιπόν να αναθέσει στο γαμπρό του, τον Αντρέα Μεϊντάση, διάφορες επικερδείς δουλειές με το Δήμο Αθηναίων όπως η κατασκευή υπόγειου γκαράζ στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ο Μεϊντάσης για μια τεχνική μελέτη «αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου» πληρώθηκε το ποσόν του 1.109.000 δραχμών.
Ο Μακαρέζος από την πλευρά του διόρισε τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου, υπουργό Γεωργίας και – αργότερα- Βόρειας Ελλάδας.
Δάνεια μέχρι «τελικής πτώσεως»
Ο Ιωάννης Λαδάς απέκτησε το σκωπτικό προσωνύμιο «κύριος καθαρά χέρια», χάρη στη ροπή του προς τα… θαλασσοδάνεια.
Ο Μιχάλης Ρουφογάλης, αρχηγός της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, από την άλλη, ενεπλάκη στον τραπεζικό κύκλο εξασφαλίζοντας δάνεια σε «ημετέρους», φυσικά με επιβάρυνση των κρατικών τραπεζών. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Ταχυδρόμου» τον Σεπτέμβρη του 1974,
Στην πρώιμη μεταπολιτευτική περίοδο, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1974, το περιοδικό «Ταχυδρόμος» αποκάλυψε δυο σχετικά έγγραφα του Ρουφογάλη. Μια κατηγορία δανείων αναφερόταν ως «χαριστικά και επισφαλή». Στα «χορηγηθέντα» δάνεια καταγραφόταν ποσό άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου και στα «υπό έγκρισιν» άνω του 1,6 δισεκατομμυρίου δραχμών.
---
Πηγές: Ριζοσπάστης, Alfavita, iospress.gr, News247, Wikipedia
---
Αντώνης Ρηγόπουλος/altsantiri
---
*

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Ο μητροπολίτης Κηφισιάς, από άμβωνος, κατά Χόκινγκ

*
stavrosx1
***
*

Μια αναμενόμενη συνδικαλιστική αντίδραση

"Έσβησε θαμπωμένος
από τα επιστημονικά του
επιτεύγματα" (ό,τι να ναι…)


«Γεμάτος έπαρση και αλαζονεία ισχυριζόταν ότι δεν χρειάστηκε το χέρι του Θεού, για να δημιουργήσει το σύμπαν, αλλά έγινε μόνο με την δύναμη των νόμων της φύσης» αναφέρει στην ποιμαντορική του εγκύκλιο ο κ. Κύριλος

Μια ιδιαίτερη αναφορά περιελάμβανε η ποιμαντορική εγκύκλιος του Μητροπολίτη Κηφισιάς, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κύριλου καθώς στο κείμενό του, που διαβάστηκε στις εκκλησίες, περιέλαβε και τον Στίβεν Χόκινγκ!

Με αφορμή όσους «εχθρούς του Θεού» αποδοκιμάζουν τον αναστημένο Χριστό στηρίζοντας «το εγχείρημα της απιστίας τους στην αριθμητική της λογικής και των τέλειων υπολογισμών» ο κ. Κύριλος αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Πρόσφατα πέθανε ένας διακεκριμένος αστροφυσικός, ο Στήβεν Χόκινγκ. Εσβησε κι αυτός όπως τόσοι άλλοι. Θαμπωμένος από τα επιστημονικά του επιτεύγματα, γεμάτος έπαρση και αλαζονεία ισχυριζόταν ότι δεν χρειάστηκε το χέρι του Θεού, για να δημιουργήσει το σύμπαν, αλλά έγινε μόνο με την δύναμη των νόμων της φύσης. Ο Θεός αποσύρθηκε από το σύμπαν και τον άνθρωπο και ως εκ τούτου η μεταθανάτια ζωή είναι ένα παραμύθι. Βέβαια αυτός και όσοι τον ακολουθούν ξεχνάνε ότι υπάρχουμε, επειδή υπάρχει ο Θεός. Ζούμε, γιατί το θέλει Εκείνος. Η αναπνοή μας είναι στα χέρια Του. Οσοι, λοιπόν, σκοτώνουν τον Θεό στον ουρανό, αφήνουν τον άνθρωπο στη γη ορφανό, μόνο του και απελπισμένο στις οδύνες και τα αδιέξοδά του».

Σημειώνεται ότι ο διάσημος αστροφυσικός που πέθανε τον περασμένο Μάρτιο ήταν δηλωμένος άθεος καθώς σε ομιλία του σε φεστιβάλ στην Τενερίφη της Ισπανίας το 2014 είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Πριν την κατανόηση της επιστήμης, είναι φυσικό να πιστεύουμε ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν. Αλλά τώρα η επιστήμη μας προσφέρει μια πιο πειστική εξήγηση. Αυτό που εννοούσα όταν έλεγα ότι «θα γνωρίζαμε τη σκέψη του Θεού» ήταν ότι θα γνωρίζαμε όλα όσα ο Θεός θα ήξερε αν υπήρχε Θεός, που δεν υπάρχει. Είμαι άθεος».

---
protothema.gr
---
*

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Πόσο ακόμη θα πληρώνουμε το Άγιο Φως;

*
stavrosx1
***
*

Μια ιδιωτική πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 1988 εδραιώθηκε ως έθιμο, το οποίο πλέον πληρώνουμε όλοι, ανεξαιρέτως θρησκευτικών πεποιθήσεων

Μία χώρα που βρίσκεται επί δέκα συναπτά έτη σε βαθιά οικονομική κρίση και επιθυμεί να εμφανίζεται ως έχουσα ευρωπαϊκό προσανατολισμό, επιμένει κάθε χρόνο τέτοια εποχή να πληρώνει αδρά προκειμένου να μεταφερθεί αεροπορικώς μια φλόγα, την οποία μάλιστα υποδέχεται με τιμές αρχηγού κράτους.

Σε μία κοινωνία που εξελίσσεται, προοδεύει κοινωνικά και εμπλουτίζεται πολιτισμικά, όσοι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι εξακολουθούν να υφίστανται διακρίσεις και καλούνται να πληρώνουν για δοξασίες που δεν ενστερνίζονται.

Η μεταφορά του λεγόμενου Αγίου Φωτός είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα διασπάθισης δημοσίου χρήματος που εξακολουθεί να υφίσταται ακόμα και εν τω μέσω μιας οικονομικής κρίσης που έχει αφήσει χιλιάδες συνανθρώπους μας χωρίς τα απαραίτητα.

Είναι πολλοί εκείνοι που οργίζονται με τα άτομα αλλά και φορείς που ζητούν να παύσει αυτή η δαπανηρή παράτα που θυμίζει φονταμενταλιστικό θεοκρατικό καθεστώς, επικαλούμενοι αφενός την ελληνική «παράδοση» και αφετέρου το «θαύμα» της αφής του «ανέσπερου φωτός».

Όμως και τα δύο επιχειρήματα είναι κάπως σαθρά.

Καταρχάς δεν πρόκειται για κάποια προαιώνια παράδοση, αλλά μια ιδιωτική πρωτοβουλία που ξεκίνησε μόλις το 1988 έπειτα από πρωτοβουλία ενός ευσεβούς και τετραπέρατου ιδιοκτήτη ταξιδιωτικού πρακτορείου που συνδύασε την επιχειρηματική του δραστηριότητα και τη στενή φιλία του με τον τότε έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα (και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων) Ειρηναίο.

Ο Ιάκωβος Οικονομίδης, λοιπόν, σε συνεργασία και με τον Θεόδωρο Τσιακιρίδη (μετέπειτα πρόεδρο των Ολυμπιακών Αερογραμμών), συνέλαβε τότε τη φαεινή ιδέα να μεταφερθεί για πρώτη φορά αεροπορικώς το Άγιο Φως από την Ιερουσαλήμ στην Αθήνα.

Ως τότε οι πιστοί έπρεπε να περιμένουν μία εβδομάδα μετά την Ανάσταση, ίσως και κάτι παραπάνω, ώστε το «ανέσπερο» φως να μεταφερθεί ακτοπλοϊκώς με εμπορικό πλοίο που εκτελούσε την γραμμή Τελ Αβίβ–Πειραιά, γεγονός που προφανώς δεν μείωνε την κατάνυξή τους.

Το 2001 ο Ειρηναίος έχει χρισθεί Πατριάρχης Ιεροσολύμων, στον Οικονομίδη έχουν απονεμηθεί οι τίτλοι του «Μεγάλου Άρχοντα Ρεφερενδάριου» και του «Μεγαλόσταυρου», και με πρωτοβουλία του τότε υφυπουργού Απόδημου Ελληνισμού κ. Γιάννη Μαγκριώτη η μεταφορά του Αγίου Φωτός μετατρέπεται σε «κρατική υπόθεση». Αυτό σημαίνει πως τόσο την ευθύνη του συντονισμού όσο και τα έξοδα της όλης υπόθεσης επωμίζεται πια ο Έλληνας πολίτης, χωρίς ποτέ να ερωτηθεί.

Τον ρόλο του ταξιδιωτικού πρακτορείου αναλαμβάνει το υπουργείο Εξωτερικών, η πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας αντικαθίσταται από κυβερνητικό αεροσκάφος και το θρησκευτικό αυτό πανηγύρι αναβαθμίζεται αισθητά με την προσθήκη αγήματος που αποδίδει τιμές αρχηγού κράτους στην υποδοχή μιας λαμπάδας!

Σε ό,τι αφορά τώρα την αξίωση των ελληνορθόδοξων χριστιανών ότι όλα αυτά συμβαίνουν επειδή πρόκειται περί θαύματος, τα αντεπιχειρήματα είναι πολλά και μάλιστα διατυπώνονται και από ανθρώπους της Εκκλησίας.

Ήδη από το 1825, ο Αδαμάντιος Κοραής είχε καταδικάσει ως θρησκευτική απάτη την αφή του λεγόμενου αγίου φωτός στην πραγματεία του «Διάλογος περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός» (Άτακτα, 1825, Τόμος Γ'), όπου αναφερόταν στην εκδήλωση ως «θαύμα αισχροκέρδιας, μηχανουργήματα λαοπλάνων ιερέων» και «ψευδοκαταίβατα φώτα της Ιερουσαλήμ».

Πιο πρόσφατα ο Χρήστος Γιανναράς είχε χαρακτηρίσει την όλη διαδικασία «θρησκευτικό πρωτογονισμό», ενώ επικριτικός ήταν και ο ακαδημαϊκός, συγγραφέας και πρέσβης Άγγελος Βλάχος στο έργο του «Μια φορά κι ένα καιρό, ένας διπλωμάτης».


Για τους πιστούς όμως που δεν συγκινούνται από τις θέσεις λογίων, η σαφής τοποθέτηση του διδάκτορα Uεολογίας και μέγα πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κ. Γεώργιου Τσέτση, βάζει τα πράγματα στην θέση τους:

«Υπάρχει, αιώνες τώρα, διάχυτη η πεποίθηση στον ευσεβή μεν, αλλά θεολογικά και λειτουργικά απαίδευτο ορθόδοξο πιστό, που ψάχνει για "θαύματα" προκειμένου να πληρώσει το πνευματικό του κενό, ότι κατά την τελετή της αφής το άγιον φως κατέρχεται θαυματουργικά "ουρανόθεν" για να ανάψει την λαμπάδα του πατριάρχου. [...] Η ευχή την οποία αναπέμπει ο πατριάρχης προ της αφής μέσα στο "ιερό κουβούκλιο" είναι σαφέστατη και δεν επιδέχεται καμιά παρερμηνεία. Ο πατριάρχης δεν προσεύχεται για την διενέργεια θαύματος. Απλώς "αναμιμνήσκεται" της θυσίας και της τριημέρου αναστάσεως του Χριστού και απευθυνόμενος σ' Αυτόν λέγει: "εκ του επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον εκκαιομένου φωτός ευλαβώς λαμβάνοντες, διαδιδόαμεν τοις πιστεύουσιν εις σε το αληθινόν φως, και δεόμεθά σου όπως αναδείξης αυτό αγιασμού δώρον...". Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο πατριάρχης ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα που βρίσκεται πάνω στον πανάγιο τάφο».

Τόσο μεμονωμένοι πολίτες, όσο και η Ένωση Αθέων έχουν επανειλημμένα αιτηθεί να παύσει αυτή η οπισθοδρομική και εξευτελιστική για την ελληνική πολιτεία χρηματοδότηση μιας δοξασίας, και πρόσφατα τις φωνές τους ένωσαν και αρκετοί βουλευτές, όπως το 2014 ο τότε βουλευτής του Ποταμιού, Νίκος Δήμου και το 2015 αρκετοί βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του Νίκου Φίλη. Φευ όμως, το κράτος κωφεύει.

Σε μία οριακά χρεοκοπημένη χώρα, όπου οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν υποστεί ραγδαίες μειώσεις, είναι δυνατόν να υφίσταται ακόμα μια απολύτως άσκοπη και σκανδαλώδης δαπάνη για να ικανοποιείται το παράλογο θρησκευτικό αίσθημα κάποιων;

Κι αν αύριο οι δωδεκαθεϊστές ισχυριστούν ότι λόγω της (αποδεδειγμένα παλαιότερης και «ελληνικότερης») ιστορίας του δόγματός τους, το ελληνικό κράτος οφείλει να χρηματοδοτήσει κάποια τελετή μεταφοράς σπινθήρα που προκύπτει στον Όλυμπο από τον κεραυνό του Δία ή θαλάσσιου αφρού από το σημείο που έσκαγε η τρίαινα του Ποσειδώνα, τι θα τους πούμε;
---
---
*

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Γιάννης Σκαρίμπας: Το '21 και η Αλήθεια

*
stavrosx1
***
*
Γιάννης Σκαρίμπας
Ένα απόσπασμα από το πολύκροτο βιβλίο, που κυκλοφόρησε στην καρδιά της Δικτατορίας, το 1971, με αφορμή τα 150 χρόνια (τότε) από την Επανάσταση

(…) Το είπα και το ξαναλέω: Το 21 δεν ήταν όμοιο με καμία επανάσταση του κόσμου. Το ότι, παρά τον Μέττερνιχ και το Συνέδριο της Βιέννης, παρά τον Ιμπραήμ και τον Ιγνάτιο, παρά τον Κοραή και το Βρυώνη, παρά την αντίδραση του Ιερατείου και των Προκρίτων, μπόρεσε και να εκραγεί και να σταθεί, αυτό δεν ήταν θαύμα – γιατί το θαύμα είναι μια παραβίαση της φυσικής διαδικασίας της ύλης (πράγματα της δικαιοδοσίας των Αγίων μας). Το 21, ήταν μια Εθνικο-Κοινωνική επανάσταση, η πρώτη και η τελευταία της Ιστορίας. Χτύπησε τον Κιουταχή και τον Δράμαλη, όσο και το ντόπιο τσορμπατζή και το δυνάστη. Αποθέωσε τον Κανάρη, ενώ κατέλαβε την Καγκελαρία της Ύδρας εξ εφόδου. Κήδεψε το Μάρκο Μπότσαρη και τον Μπάυρον, ενώ στα Βέρβαινα θα ’σφαζε τον Παλαιών Πατρών και τους Προκρίτους. Είναι Μεγάλο, όχι για τις απαντήσεις (που δε δόθηκαν), αλλά για τίς που έθεσε ερωτήσεις: Μπορεί να, ένας λαός νοείται λεύτερος, με μόνο την Εθνική ανεξαρτησία του; Η άλωση της Βαστίλλης, λέει ό χ ι. Αλλά του 21 οι ερωτήσεις είναι δύο: χωρίς την Εθνική ανεξαρτησία τους οι λαοί, μπορούν, να αλώνουν τις Βαστίλλες τους; Την ερώτηση αυτή, πρώτο την έθεσε, μπρος στους Ιστορικούς του κόσμου, το 21. Κι αυτοί, έμειναν κόκκαλο – δεν ήξεραν τι ν’ απαντήσουν… στο τσαρούχι!... Η ερώτηση τούς ήρθε σαν κεντιά βούκεντρου ζευγολάτη στα οπίσθια. Ήσαν ο όνος ο αρνούμενος να διασκελίσει το αυλάκι. Βάλθηκαν να ψάχνουν λοιπόν την Ιστορία… Πουθενά, πουθενά – καμιά τέτοια… άλλου είδους ταραχή, κανένα τέτοιο στραβομουτσούνιασμα… του «ωραίου»! Τι λοιπόν; Τα Δερβενάκια και το Ζάλογγο, το Μεσολόγγι και το Βαλτέτσι, το Ναυαρίνο και το Πρωτόκολλο (για την ανεξαρτησία) του Λονδίνου, όλ’ αυτά θα μνέσκαν μάταια, χωρίς το σφάξιμο των Προκρίτων; 


Ωστε, χωρίς τον εξολοθρεμό των κοντζαμπάσηδων και τον «αποσχηματισμό» των Δεσποτάδων, χωρίς την απαλλοτρίωση της γης και το καλογεροκυνηγητό όξω απ’ το Κράτος, χωρίς ολοκληρωμένη τη Ζαράκοβα και τον καταστρεμό των τσιφλικάδων, η εθνική ανεξαρτησία, ήταν ο Μανωλιός της παροιμίας με τα ρούχα του; ήταν το «τι Γιάννης, τι Γιαννάκης»; Έτσι είναι. Και ώστε, μια μ ό ν ο ν Εθνική επανάσταση, χωρίς την Κοινωνική καταξίωσή της, είναι μια «φαινομενοφάνεια» που μόνον αναγκαζόμενο το «κατεστημένο» την επιτρέπει; Έτσι είναι. Ξεφυλλίσατε την Ιστορία μέχρι τα σήμερα και πέστε μου κάνα που να μην είναι –αυτό– έτσι. Εκατοντάδες εθνικές επαναστάσεις, πέτυχαν ή απότυχαν, αλλά καμιά εθνικοκοινωνική δεν επιχειρήθηκε. Οι μόνο κοινωνικές, όπου των χρόνων και των καιρών, όπου της γης και του πελάου, καταπνίγηκαν μέσα στο αίμα τους, ανελέητα… Μα, θα μου πείτε: η Γ α λ λ ι κ ή, δεν ήταν αυτή κοινωνική; Και θα σας πω: Μα, Κύριοι, απότυχε. Η 4η τάξη , ο λαός, (οι και, «ξεβράκωτοι» ειπωθέντες) χτυπήθηκε άγρια και «γουλίστηκε» από την αστική τάξη σαν χταπόδι. Μόλις πρόλαβε κι έβαλε φωτιά σε καμιά εκατοστή Πύργους αφεντάδων του κι έσφαξε μερικές χιλιάδες ευγενήδες. Από Επισκόπους; πολύ λιγότερους. Στις δύο Μπρυμέρ, «καθάρισε» κι άλλες τους μερικές χιλιάδες γαλαζοαίματους και όμοιούς τους αλιτήριους, στα μπουντρούμια. Αυτό ήταν όλο-όλο του που πρόφτασε. Ύστερα ο (τζόκεϋ) Ναπολέων τον καβάλησε, πότε σαν γάιδαρο ξεσέλωτο και πότε σαν άτι του με λοφίο. Λίγο αργότερα (το 1848) ξαναξεσηκώθηκε στο ποδάρι. Νυν, υπέρ πάντων ο αγών… Το ψωμοτύρι ενάντια στον αστακό, «το κασκέτο ενάντια στον πίλο». Με δεκάδες χιλιάδες πτώματα την ξαναπλήρωσε την επανάστασή του ο λαουντζίκος. Την εκατό τοις εκατό κοινωνική, ύστερα από τα πενήντα τοις εκατό του 21. Και επακολούθησαν –γραμμή– το καβαλίκεμα, από το Ναπολέοντα το Γ και απ’ αυτόν, έως τον Θιέρσο κι απέ στον Πουανκαρέ, κι ύστερα στο Ντε Γκωλ και δόστου να ’χει… Έως που κάποιος συμβιβασμός ήρθ’ επιτέλους – και η Δημοκρατία έχει το δικαίωμα… να πυροβολάει… το λαό!... Πράγματι, εξαιρουμένης της Ρούσσικης του 1917, καμιά, μόνον κοινωνική επανάσταση δεν πέτυχε· όλες μαζί, το πλήρωσαν με πολλά εκατομμύρια πτωμάτων… 

Αλλ’ ας ξανάρθουμε στο «κέντρο» μας – το δικό μας 21.

Ναι, καμιά, μόνο Κοινωνική επανάσταση δεν πέτυχε και ουδεμία Εθνικοκοινωνική επιχειρήθηκε. Εξαίρεση στάθηκε το 21. Κι ενώ, στη μια του πλευρά (την εθνική) αυτό θριάμβευσε, στην άλλη του (την κοινωνική) ήρθε καπάκι… Οι Τούρκοι έφυγαν και ήρθε… ο Όθωνας! Η Κατάκτηση το ’σκασε και εγκαταστάθηκε η Κατοχή των Δημοσίων υπαλλήλων. Το «κρυφό σκολειό» έγινε Πανεπιστήμιο περίλαμπρο, όπου βρόντηξαν και άστραψαν οι γλωσσαμύντορες και οι άλλοι: Ο Παπαρρηγόπουλος, ο Σαρίπολος, ο Μιστριώτης, ο Τρεμπέλας. (Εγώ το είπα: Η αγραμματωσύνη θα μας σώσει…). Και όλοι αυτοί οι λόγιοι άντρες και Σοφοί, οι Κοι Κ. Τσάτσος και ο Γρ. Κασιμάτης, και ο Λεωνίδας Ζέρβας, και τελοσπάντων πας όστις με Πίλον υψηλόν, ή με Αρχιερατικόν εγκόλπιο απ’ το σβέρκο, άνθρωποι τα… μάλα σοβαροί και λίαν… Ιστοριοδιφικώς βεβαρυμένοι, – ων κάποιος κάπου ιδόντας μου τις Καραγκιόζικες «φιγούρες» είπε, μετά γκριμάτσας απαρέσκειας: «… Εεε – δεν είναι άνθρωπος σοβαρός!». Όλοι αυτοί (και ο κ. Ι. Θεοδωρακόπουλος) «καθαρευουστί» μάς κοπανάν ότι οι λόγιοι της διασποράς (π.χ. ο Κοραής και ο Ιγνάτιος), το Ανώτερο Ιερατείο (να πούμε ο Παλαιών Πατρών κι οι Δεσποτάδες), προσωπικότητες, ως λόγου χάρη ο Καποδίστριας, οι δύο Καραντζάδες και ο Κωλέττης, αυτοί λευτέρωσαν το έθνος!... Εμείς όμως θα τους πούμε, ότι ούτε σε κείνους που αυτοί μας λένε, οφείλει τίποτα το έθνος, ούτε απ’ αυτούς που μας το λένε περιμένει τίποτα – αυτό… Μόνον ένας Φεραίος, τη λόγια (πριν από το 21) φάρα αυτή, των «Λόγιων της Διασποράς» και των φαρδομάνικων Ιεραρχών, μόνον αυτός την προανάκρουσε τη Λευτεριά κρατούσαν σπάθα. Οι άλλοι, αυτοί μακροημέρευσαν – πάντα τις «ελληνικούρες» τους κοπανώντας… Να, τι λέει πάνω σ’ αυτά, ο Γερμανός ιστορικός Κ. Μένδελσων Βαρθόλδη στην «Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως», σελ.200: «Ελευθερωταί αυτής (= της Ελλάδας) υπήρξαν ουχί σοφοί, ανατραφέντες παρά την εστίαν της κλασσικής αρχαιότητος, αλλ’ άνδρες εξ ακοής μόνον την αρχαιότητα γνωρίσαντες και μόλις μαθόντες ν’ αναγιγνώσκωσι και να γράφωσιν· ουχί φρόνιμοι και εύποροι (σ.σ.: όπως οι Αρχιερείς και οι Φαναριώτες), αλλ’ άνθρωποι από ευτελούς μόλις εργασίας, από ταριχείας ορτύγων και συλλογής ελαίων αποζώντες· άνδρες ουχί του καλάμου και της θεωρίας…» κλπ. Αλλ’ ας μη σκάζαν, δεν θα –το 21– τους κατάνταε «παρακλαυσίθυρους» χειρότερων αφεντάδων. Θα, μετά την «απελευθέρωση», τους έκανε καρπαζοεισπράχτορες του κράτους. Η γραφειοκρατία (η πιο «κατεστημένικη» μορφή όλων των δουλειών του λαουντζίκου), θα τους έκανε μάτια μ’ σαν τους σημερινούς «τσικλομασάδες» Αμερικάνους. Θα μάθουν και το «εν ημικλάστω» αναφέρεσθαι προς τους απ’ αυτούς πληρωμένους του υπηρέτες. Και κάτω, μετά ένα «ευπειθέστατος», θα θέτουν την απολευτερωμένη υπογραφή τους: Λ’κάς Φοκοπήδαρους… (…)
---
*

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

NOVARTIS...

*
stavrosx1
***
*
...το "δέντρο", το "δάσος" κι ο βούρκος


του  Νίκου Μπογιόπουλου

Η Novartis το 2015 τιμήθηκε με την «Διάκριση Επιχειρηματικής Αριστείας» («Diamonds of the Greek Economy2015») ως η κορυφαία φαρμακευτική εταιρεία στην Ελλάδα.

Πάμε τώρα να δούμε για ποιο πράγμα (δεν) μιλάμε αφού μερικά πράγματα είναι πιο προστατευμένα και από τους καλύτερα «προστατευόμενους» (;) μάρτυρες. 

Μνημόνιο επί ...7!

Μια όχι τόσο φωταγωγημένη πλευρά της δικογραφίας είναι αυτή όπου αναφέρεται ότι: 
  • Η τιμολόγηση των φαρμάκων στην Ελλάδα - εξαιτίας του γεγονότος ότι η χώρα μας επηρεάζει την διαμόρφωση των τιμών σε 30 περίπου χώρες - επηρέασε άμεσα τις φαρμακευτικές αγορές διαμορφώνοντας έναν τζίρο ύψους 150 δισ. δολαρίων παγκοσμίως.
  • Την περίοδο 2000-2010 η φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα από 1,4% του ΑΕΠ εκτινάχτηκε στο 2,1% του ΑΕΠ, διπλάσια από τον μέσο όρο δαπάνης στην ΕΕ που ήταν 1% (σσ: στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι χειρότερα αφού η δημόσια δαπάνη από 0,9% το 2000 απογειώθηκε στο 2,2% το 2009 και παρέμεινε στο 1,5% μέχρι και το 2012 - ετήσια έκθεση φαρμάκου 2012/ΙΟΒΕ).
  • Την περίοδο 2000-2015 δαπανήθηκαν σωρευτικά στην Ελλάδα 68 δισ. ευρώ για φάρμακα με τα 47 δισ. ευρώ να αποτελούν δημόσια δαπάνη.
  • Αν την περίοδο αυτή η Ελλάδα δαπανούσε ως ποσοστό του ΑΕΠ της για φάρμακα όσα δαπανούνταν κατά μέσο όρο στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ τότε, σύμφωνα με την δικογραφία, θα είχαν ξοδευτεί - σε τιμές του 2017 και σύμφωνα με τους συντελεστές ανατοκισμού - περί τα 33 δισ. ευρώ (!) λιγότερα από όσα ξοδεύτηκαν.

Παρατήρηση 1η: Τα 33 δις αντιστοιχούν στα δημοσιονομικά μέτρα του πρώτου μνημονίου ... επί 7!

Παρατήρηση 2η: Τα παραπάνω ορισμένοι - όπως ο υπογράφων - τα θεωρούν σκανδαλωδώς συνεπή με το σύστημα που λέγεται «καπιταλισμός» και το οποίο διαχειρίζονται πολιτικά και οι χτεσινοί αλλά και οι σημερινοί κυβερνώντες.

Επειδή, δε, κάποιοι θα πουν «μην κρίνεις από εδώ, υπάρχει και καλός καπιταλισμός», θυμίζουμε ότι η Novartis βραβεύτηκε στη χώρας μας όταν ήταν ήδη γνωστό από το 2005 ότι έχει εμπλακεί σε μια σειρά από αντίστοιχες υποθέσεις με μεγαλύτερη αυτή στις ΗΠΑ ... 

«Όμορφος κόσμος, ηθικός ...»

Η Novartis για υποθέσεις ανάλογες και αντίστοιχες με αυτές που εμπλέκεται στην Ελλάδα, ελέγχεται στα 4 σημεία του ορίζοντα. Από ΗΠΑ και Ιαπωνία μέχρι Νότια Κορέα, Τουρκία, Κίνα και Ιταλία.

Πώς έρχονται τέτοιες υποθέσεις συνήθως στην επιφάνεια; Προφανώς όχι λόγω του ασίγαστου πάθους του συστήματος για «κάθαρση» και «διαφάνεια», αλλά λόγω αντικρουόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων. Όπως η «Ζήμενς», η BMV, η Mercedes κοκ έτσι και η ελβετική - και ισχυρών γερμανικών συμφερόντων - Novartis έχει βγει στη «σέντρα» από τους ανταγωνιστές της.

Και πως συνήθως κλείνουν τέτοιες υποθέσεις στον υπέροχο κόσμο του καπιταλισμού; Αφού οι πολυεθνικές κάνουν όλες τις «νόμιμες, παράνομες, ηθικές και ανήθικες» λαμογιές που τους αποφέρουν αστρονομικά κέρδη, κατόπιν προχωρούν σε έναν διακανονισμό, πληρώνουν ένα πρόστιμο (που στην καλύτερη περίπτωση κινείται στο 10% των όσων έχουν κερδίσει μέσω της λαμογιάς) και «καθαρίζουν».

Αυτό συνέβη παντού με την Novartis. Στις ΗΠΑ, ειδικότερα, για την λαμογιά των δεκάδων δισεκατομμυρίων της προηγούμενης δεκαετίας, η Novartis πλήρωσε 422 εκατομμύρια και «ξεπλύθηκε». Για την τρέχουσα υπόθεσή της, πάλι στις ΗΠΑ, που κατηγορείται για λαμογιά ύψους 3,5 δισεκατομμυρίων, ο διακανονισμός υπολογίζεται στα 390 εκατομμύρια ...
(...)

---
---
*