Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

... είναι μακριά το Σαν Φρανσίσκο; ...

*
stavrosx1
***
*

«Είμαι πλούσιος, 
δεν μπορώ να βλέπω άστεγους»


Οταν ένας νεαρός, σχετικά ευκατάστατος προγραμματιστής απευθύνεται στον δήμαρχο της πόλης του για να του πει ότι δεν μπορεί να βλέπει αστέγους όπως πηγαίνει στη δουλειά, πώς θα χαρακτηρίσεις έναν τέτοιον άνθρωπο;

Το δικαίωμα, όπως ισχυρίζεται, ενός ευκατάστατου ανθρώπου να ζει σε μια πόλη χωρίς καταστάσεις που ενοχλούν, όπως είναι οι άστεγοι, θέλησε να ζητήσει με επιστολή του προς τον δήμαρχο του Σαν Φρανσίσκο επιχειρηματίας στο χώρο τεχνολογίας. Ο αναίσθητος -το λιγότερο που μπορεί να πει κανένας- τρόπος που το έκανε ήταν αυτός που προκάλεσε μια μίνι θύελλα στα κοινωνικά μέσα.

Ο νέος αυτός entrepreneur -Τζάστιν Κέλερ ονομάζεται- έγραψε ανοιχτή επιστολή τη περασμένη Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου στον δήμαρχο του Σαν Φρανσίσκο και τον αστυνομικό διευθυντή στην πόλη. Στην επιστολή διεκτραγωδεί τα -όπως τα περιγράφει- προβλήματα ενός νεοφερμένου μεν στην πόλη, αλλά σκληρά εργαζόμενου ανθρώπου που πηγαίνει κάθε μέρα στη δουλειά του και δεν θέλει να βλέπει καταστάσεις που τον ενοχλούν.

Ποιες είναι αυτές; Οι άστεγοι και ο καθημερινός τους πόνος, η φτώχεια, οι μέθυσοι και ναρκομανείς, όπως αναφέρει η Washington Post.

«Γράφω για να εκφράσω την ανησυχία και την οργή μου για το αυξανόμενο πρόβλημα των αστέγων και των ναρκωτικών που αντιμετωπίζει αυτή η πόλη», ξεκινά. Διευκρινίζει ότι «κάθε μέρα που πηγαίνω στη δουλειά μου, και όταν γυρίζω, βλέπω ανθρώπους στα πεζοδρόμια, τσαντίρια, ανθρώπινα περιττώματα και τα πρόσωπα της εξάρτησης». (Εδώ κάνει και λογοπαίγνιο με τις παραπλήσιες στα αγγλικά λέξεις περιττώματα, feces, και τα πρόσωπα, faces).

Φοβάται, λοιπόν, ότι το Σαν Φρανσίκο θα γίνει μια παραγκούπολη, που «το χειρότερο από όλα» είναι ότι θα πρόκειται για μια επικίνδυνη πόλη.

«Δεν χρειάζεται να βλέπω τον πόνο, τον αγώνα και την απελπισία των αστέγων όταν πηγαίνω και έρχομαι κάθε μέρα στη δουλειά μου»

Το Σαββατοκύριακο που προηγήθηκε της επιστολής αποδείχτηκε για τον Κέλερ ένας εφιάλτης.

Ενας μεθυσμένος άστεγος ακουμπούσε στο αυτοκίνητο των γονιών του. Ενας άνδρας υπό την επήρεια ουσιών φώναζε για κοκαΐνη και ήταν έτοιμος να κατεβάσει τα παντελόνια του όταν ο Κέλερ έβγαινε από το εστιατόριο με τους γονείς του. (Το εστιατόριο προσφέρει μεταξύ άλλων ένα πιάτο με αστακοουρές). Και το χειρότερο ήταν ότι πήγαν με τη φίλη του στο σινεμά, όπου και εκεί κάποιος μπήκε τρεκλίζοντας και τριγυρνούσε στην αίθουσα. «Η φίλη μου τρομοκρατήθηκε και εγώ, αλλά και άλλοι, φύγαμε από την αίθουσα».

«Ξέρω», γράφει, «ότι ο κόσμος ενοχλείται από όλο τον εξευγενισμό (gentrification) στην πόλη, αλλά είναι αλήθεια ότι ζούμε σε μια κοινωνία με ελεύθερη αγορά», γράφει. «Οι πλούσιοι εργαζόμενοι κέρδισαν το δικαίωμα να ζουν στην πόλη. Βγήκαν, σπούδασαν, δούλεψαν σκληρά και το κέρδισαν».

Και συνεχίζει: «Δεν θα έπρεπε να ανησυχώ ότι θα με πάρουν στο κατόπι. Δεν χρειάζεται να βλέπω τον πόνο, τον αγώνα και την απελπισία των αστέγων όταν πηγαίνω και έρχομαι κάθε μέρα στη δουλειά μου».

Για το τι μέλει γενέσθαι, ο Κέλερ προειδοποιεί -με μαύρα, έντονα γράμματα!- ότι αν συνεχιστεί η αδράνεια θα γίνει επανάσταση. Η πόλη δεν μπορεί να αγνοεί το πρόβλημα, ο ίδιος πάντως δεν έχει έτοιμες λύσεις.

Οι αγωνίες του χίπστερ στο Σαν Φρανσίσκο

Πέρα από τα αναμενόμενα και οργίλα σχόλια κατά του Κέλερ και των χίπστερ ομοίων του, η επιστολή του, σημειώνει ακόμη η Washington Post, αναδεικνύει άθελά της και την αλλαγή που έχει έρθει στο Σαν Φρανσίσκο ακριβώς από άτομα της ηλικίας και του επαγγελματικού προσανατολισμού του Κέλερ – ή, για την ακρίβεια, και αυτά.

Καθώς είναι πολύ κοντά στην έδρα μεγάλων εταιρειών, όπως η Google και η Apple, πολλών μικρότερων εταιρειών τεχνολογίας και ακόμα περισσότερων startup, το Σαν Φρανσίσκο έχει γίνει μαγνήτης για εργαζόμενους στον κλάδο. Αυτοί με τη σειρά τους πίεσαν προς τα πάνω τα ενοίκια και την αξία των ακινήτων και, με τη σειρά τους, και τον εξευγενισμό της πόλης.

Κυνικός, αφελής ή αναίσθητος; Ο,τι ιδιότητες και αν συγκεντρώνει ο Κέλερ εισέπραξε άφθονη την οργή και τη χλεύη των κοινωνικών δικτύων

Κοιτώντας σε όσα έχει αναρτήσει στη σελίδα της επιχείρησής του, ο Κέλερ φαίνεται χαρακτηριστικό δείγμα του είδους.

Είχε, για παράδειγμα, αποφοιτήσει από σχολείο για startupers το 2013. Στις χειρόγραφες σημειώσεις του από τα μαθήματα υπάρχουν κάποιες (σχεδόν κενές περιεχομένου) ρήσεις όπως «οι ιδρυτές (ενν. επιχειρήσεων) πρέπει να είναι αποφασιστικοί ηγέτες». Στο μπλογκ οι εγγραφές περιστρέφονται γύρω από τα άγχη και τη ρουτίνα ενός νερντ.

Αγχη σχεδόν εκτός πραγματικότητας, γιατί το μόνο για το οποίο ανακάλεσε εν μέρει από όσα έγραψε ήταν η χρήση της λέξης «όχλος» (riff raff) για τους άστεγους.

Mε άλλα λόγια, όπως γράφει η Washington Post, o Κέλερ φέρνει λίγο στον Μάρτιν Σκρέλι, τον επιχειρηματία που αγόρασε παλαιά φτηνά φάρμακα για κοινές ασθένειες και άρχισε να τα πουλά σε εξωπραγματικές τιμές. Ο Σκρέλι δικαιολόγησε την πράξη του, όπως και ο συντάκτης αυτής της επιστολής, με ένα στην ουσία του εξαιρετικά κυνικό τρόπο, ένα «και τι έγινε, αφού μπορώ να το κάνω».
---
---
*

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

... Λαζόπουλος - Σόιμπλε, από μια άλλη οπτική γωνία ...

*
Νίκος Νικητέας
***
*

Δεν αξίζουν όλοι οι ανάπηροι σεβασμό

Πόσο κακοποιημένος είσαι για να υπερασπίζεσαι τον Σόιμπλε…

Οχι δεν αξίζουν όλοι οι ανάπηροι το σεβασμό μας! Όπως δεν τον αξίζουν και όλοι οι αρτιμελείς!

Σε μια χώρα που οι μισοί και παραπάνω παρκάρουν στις ράμπες για τα αμαξίδια των αναπήρων… Σε μια χώρα που βρίζουν και μουντζώνουν γυναίκες οδηγούς στο δρόμο… Μας πείραξε που ο Λαζόπουλος έβρισε τον Σόιμπλε!

Σε μια χώρα ρατσιστική όπως η Ελλάδα… Που η Χρυσή Αυγή είναι το τρίτο κόμμα στη Βουλή… Κάποιοι και μαζί τους τα κανάλια υποκρίνονται και προσπαθούν να μας πείσουν ότι θίχτηκαν!

Όποιος θίχτηκε από την ατάκα του Λαζόπουλου για τον Σόιμπλε, είτε είναι αρτιμελής είτε ανάπηρος, είναι ή γελοίος ή γερμανόδουλος (άρα και στις δυο περιπτώσεις να πάει να γ@μηθεί δεν αξίζει το σεβασμό μου)!

Και εξηγούμαι: δεν με ενδιαφέρει ο Λαζόπουλος, ούτε το είδος της τέχνης που υπηρετεί… Ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ότι λαϊκίζει και ενίοτε κάνει προπαγάνδα, όπως και τα κανάλια… Δικαίωμα όμως και των δυο να κάνουν ό,τι θέλουν, ας τους κρίνει ο κόσμος.

Εξοργίζομαι όμως με εκείνους τους κακοποιημένους γερμανόδουλους Έλληνες, είτε είναι ανάπηροι είτε όχι που στην ατάκα του Λαζόπουλου διακρίνουν αδικία για τον Σόιμπλε… Δηλαδή τον «ψυχοπαθή» που 7 χρόνια μας γ@μ@ει χωρίς σάλιο και έχει βάλει σκοπό της ζωής του να μας τελειώσει! Ποιος λοιπόν κανονικός άνθρωπος Έλληνας, είτε ανάπηρος είτε αρτιμελής, μπορεί να ταυτιστεί με αυτόν το σύγχρονο Χιτλερίσκο που θέλει να εξοντώσει τη χώρα και να την αγοράσει κοψοχρονιά;

Ποιος νορμαλ άνθρωπος, ανάπηρος ή όχι, αισθάνεται ότι έχει κοινά με τον Σόιμπλε; Μόνο κάποιος κακοποιημένος (με την ψυχολογική έννοια του όρου) ή μαζόχας μπορεί να θίχτηκε από τη συγκεκριμένη ατάκα!

Μόνο ένας ηλίθιος ή μεγαλομανής, μπορεί να αισθάνεται ότι μοιάζει με τον Σόιμπλε επειδή κάθεται σε αμαξίδιο… Ας κοιτάξει καλύτερα όμως και θα διαπιστώσει ότι δεν έχει κανένα κοινό με έναν τύπο που εξουσιάζει μια ολόκληρη ήπειρο… Την οποία μάλιστα κοντεύει να εξοντώσει με την εμμονή του στη λιτότητα!

Το πιθανότερο λοιπόν είναι ο Σόιμπλε να γελάει – άλλη μια φορά με τους ανόητους Έλληνες που τσακώνονται για την πάρτη του… Και κάποιοι δήθεν στο όνομα των δικαιωμάτων των αναπήρων (σε μια χώρα που δεν σέβεται κανένα δικαίωμα), βρίζονται και αλληλομηνύονται! Πόσο ηλίθιοι μπορεί να είμαστε; Αλλα για αυτό δεν μας γ@μ@ει; Είναι προφανές ότι το έχει καταλάβει, ότι έχει να κάνει με αποτυχημένους!

Και για να μην υπάρχουν αυταπάτες ή αμφιβολίες ο προτεστάντης Σόιμπλε που τόσο κόπτονται για να υπερασπιστούν οι ελληνικές οργανώσεις ατόμων με αναπηρίες, θα έπρεπε να ξέρουν οτι δεν προσλαμβάνει ανάπηρους στο υπουργείο του ή στις υπηρεσίες του! Δεν είναι από τους τύπους που κάνει ψυχικά! Άσχετο τώρα αν κάποιοι Έλληνες θεωρούν δίκαιο να τον υπερασπιστούν πιστεύοντας ότι κάνουν το σωστό!

Δεν το κάνουν όμως... Για αυτό να πάνε να γ@μηθούν, είτε είναι αρτιμελείς είτε ανάπηροι!

---
---
*

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

.. "ποιος εκπροσωπεί ποιον και γιατί;" - όπως, Κυριάκος ..

*
stavrosx1
***
*
Ώδινεν ΝΔ και έτεκε Μητσοτάκη

Ένα κόμμα, κάθε κόμμα, αποτελεί έναν οργανισμό με την έννοια και του οργανωτικού αλλά και του ιδεολογικού μηχανισμού μέσω του οποίου διεξάγεται η πολιτική αντιπροσώπευση τμημάτων της κοινωνίας.

Ο ρόλος αυτός του κόμματος καθορίζεται από την ιδιαίτερη μορφή που παίρνει αυτή η αντιπροσώπευση ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνεται ιστορικά το φαινόμενο της κρατικής εξουσίας.

Μια «ουδέτερη» προσέγγιση της Πολιτικής Επιστήμης θέλει τα κόμματα να μην υπερβαίνουν τις νομικές και κανονιστικές ιδιότητές τους. Ότι, δηλαδή, αποτελούν ενώσεις προσώπων που στη βάση της κοινής τους ιδεολογίας αποσκοπούν στην εκπροσώπηση των μελών τους και φίλων τους απέναντι στην κρατική εξουσία μέχρι και στην από μέρους τους ανάληψη και άσκηση της εξουσίας.


Ακόμα παραπέρα η «στενή» Πολιτική Επιστήμη δεν βλέπει στα κόμματα παρά εκείνους τους φορείς που επιτελούν λειτουργίες εναρμόνισης των πολυποίκιλων επιδιώξεων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων στο πλαίσιο της διακυβέρνησης, που παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στη στελέχωση του κράτους, και που τελικά αποτελούν τον ιμάντα που φέρνει σε διασύνδεση την κοινωνία με το κράτος.


Όμως το πολιτικό κόμμα είναι πολύ πιο σύνθετη έννοια από μια «απλή» εκπροσώπηση. Και τούτο διότι αυτή η σχέση εκπροσώπησης των κοινωνικών συμφερόντων στο πολιτικό επίπεδο δεν συντελείται στον δοκιμαστικό σωλήνα μιας κοινωνίας που δεν υπάρχουν αντιπαραθέσεις, αντικρουόμενα συμφέροντα ή συγκρούσεις.


Το «κομματικό φαινόμενο», σε όλες τις ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν αναγκαία την γένεση και την αναπαραγωγή του, καθορίζεται και με τη σειρά του αναπαράγει τον κοινωνικό και πολιτικό ανταγωνισμό από τον οποίο γεννήθηκε.


Ένα κόμμα, κάθε κόμμα, όπως προκύπτει από την αειθαλή πολιτική ανάλυση του Αντόνιο Γκράμσι για το «κομματικό φαινόμενο», καθορίζει το λόγο, το πρόγραμμα και τις συμμαχίες του σύμφωνα με τα συμφέροντα της «θεμελιακής κοινωνικής ομάδας» που εκπροσωπεί.


Αυτό είναι το στοιχείο που καθορίζει την κατεύθυνση του πολιτικού του προγράμματος, του ιδεολογικού του μηνύματος, αλλά που διαμορφώνει και τα οργανωτικά του χαρακτηριστικά, όπως αυτά αντανακλώνται στον τρόπο λήψης των αποφάσεων, στο επίπεδο συνοχής του κόμματός, της συμμετοχής των μελών του, της στράτευσης και της πειθαρχίας τους, της εμπιστοσύνης στις μεταξύ τους σχέσεις κλπ.


Το κόμμα, όπως σωστά προσδιόριζε ο Γκράμσι, είναι όχι μόνο μια ένωση φυσικών προσώπων, αλλά και μια έκφραση της ηθικής και διανοητικής σύνδεσής τους.


Αλλά, τελικά, αν θέλεις να δεις τον χαρακτήρα του κάθε κόμματος πρέπει να απαντήσεις στο εξής κομβικό ερώτημα: «Ποιος εκπροσωπεί ποιόν και γιατί;».


Ως εκ τούτου, τόνιζε ο Ιταλός επαναστάτης και διανοητής, η ιστορία ενός κόμματος δεν είναι παρά η ιστορία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Που, όμως, η ομάδα, η τάξη αυτή, δεν είναι απομονωμένη. Έχει τους φίλους της, εκείνους με τους οποίους μοιράζεται κοινές επιδιώξεις, έχει τους αντιπάλους της, έχει τους εχθρούς της. 


Μέσα σ’ αυτό το πολύπλοκο πλαίσιο της κοινωνίας και του κράτους είναι που γεννιέται και διαμορφώνεται η ιστορία ενός κόμματος. Γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως για μπορέσει να μιλήσει κανείς για το πώς γράφεται η ιστορία ενός κόμματος σημαίνει ότι πρέπει να δει πως γράφεται γενικά η ιστορία μιας χώρας. 


Η Νέα Δημοκρατία, κόμμα που εκφράζει τα συμφέροντα της ολιγαρχίας, που η «θεμελιακή κοινωνική ομάδα» της οποίας τα συμφέροντα εκπροσωπεί δεν είναι άλλη από την άρχουσα αστική τάξη, έχει από χτες αρχηγό της τον κ. Μητσοτάκη.


Το γεγονός, δε, ότι η ΝΔ έχει από χτες αρχηγό της τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, συνιστά εξέλιξη προφανώς καθοριστική για την ιστορία του συγκεκριμένου κόμματος. Αλλά και - υπό το πρίσμα των σκέψεων που προηγήθηκαν – συνιστά εξέλιξη ενδεικτική για τις συνθήκες που επικρατούν στον τόπο και για τον πώς επενεργούν στον τρόπο που γράφεται η Ιστορία σε μια χώρα που τελεί υπό τα ΔΝΤ, τις τρόικες και τα εγχώρια συναφή.


***
«…κι όλο μουρμούριζες βραχνά: “Φάλτσο η πορεία…”»

Σαν σήμερα, στις 11 Γενάρη 1910, γεννιόταν ο Νίκος Καββαδίας. Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στον Θάνο Μικρούτσικο που επέλεξε να ντύσει με την μουσική του ευφυΐα τους στίχους του ποιητή.

Μέχρι το 1975 που ο Καββαδίας πέθανε, δεν είχαν πωληθεί ούτε 10.000 αντίτυπα των ποιητικών του συλλογών. Από την πρώτη μελοποίηση του «Σταυρού του Νότου», τρία χρόνια μετά τον θάνατό του και μέχρι το 2015, πουλήθηκαν πάνω από 500.000 αντίτυπα των ποιητικών του δημιουργιών και εκατομμύρια δίσκοι του μελοποιημένου έργου του.


---
*

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

... "Συγγνώμη, πεινάμε" - η νέα φτώχεια ...

*
stavrosx1
***
*
Μην κοιτάς το καμηλό παλτό …

Η κυρία στεκόταν όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη απλά αλλά καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε». Σταμάτησα κατάπληκτη, βέβαιη πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η κυρία, με χαμηλωμένο βλέμμα, επανέλαβε τη φράση. Μπήκα βιαστικά στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της έβαλα στο χέρι ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα.

Πρόσεξα το χέρι. Ήταν περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» της σχεδόν δεν ακούστηκε. Το συναπάντημά μου μαζί της ήρθε σαν γροθιά που εκτοξεύτηκε στο στομάχι μου. Σίγουρα κάθε φτώχεια είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς αστού είναι πιο σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή, και ξαφνικά τα έχασε όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει επινοήσει μια ζωή τώρα στρατηγικές και άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται καν.

Ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της φοιτητικής μου ζωής όπου σαν εργαζόμενη φοιτήτρια  είχα συνεργαστεί σε μια διαφήμιση και είχα κερδίσει κάποια λεφτά ικανά να μου επιτρέψουν να αγοράσω μεταξύ άλλων κι ένα καμηλό παλτό. Τη χρονιά εκείνη ο πατέρας είχε μια ατυχία και λίγο αργότερα όλη η οικογένεια βρέθηκε μέσα σε μία οικονομική δυσπραγία με αποτέλεσμα να πρέπει πάραυτα να κερδίσω τα προς το ζειν. Όχι μόνο για μένα αλλά και για να βοηθήσω κάπως και τους δικούς μου. Πέρασα δύσκολα εκείνο τον χειμώνα κρυώναμε τα βράδια θυμάμαι και συχνά κοιμόμασταν σχεδόν νηστικοί. Χτυπούσα παντού πόρτες για δουλειά. Έκανα τα πάντα για να επιζήσω: μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία, δακτυλογραφήσεις. Θυμάμαι τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη έχεις εσύ;» ο ένας, «Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος, 
«για να φοράς καμηλό παλτό δεν έχεις ανάγκη εσύ από δουλειά» ο πάρα πέρα.

Μέχρι που το χειμώνα εκείνο τρίφτηκε το παλτό, πάλιωσε από τα πολλά τα πήγαινε έλα, κι ησύχασα! Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια, κοσμήματα- έφυγε κι αυτό! Λες κι ήταν κατάρα επάνω μου. Στην επόμενη συνέντευξη έσκασα μύτη με το φοιτητικό μου ημίπαλτο. Μια βδομάδα αργότερα έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Επιλέχθηκαν 12 ανάμεσα σε 120. Πριν ίσως και να έφταιγε το καμηλό παλτό!

Προσέξτε, λοιπόν:

- Η νέα φτώχεια φοράει συχνά … «καμηλό παλτό». Και ξεγελάει. Αφήστε που κρύβεται γιατί ντρέπεται - δεν έχει το θάρρος της ανάγκης της.

Αναζητήστε την εκεί που δεν την περιμένετε.

Δεν ζητιανεύει στις γωνίες, ούτε επαιτεί φανερά. Ψάχνοντας όμως εύκολα θα μάθετε για την οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη πρώην στελέχους που στερείται, που κρυώνει γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που δεν έχει για το χαράτσι και κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα.

Κι αν μπορείτε, βοηθήστε.

Διακριτικά…
---
---
*

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

... περί δημοσίων υπαλλήλων σκέψεις ...

*
stavrosx1
***
*

Είναι η πηγή του κακού
οι δημόσιοι υπάλληλοι;


Γράφει η Φένια Ρουγκούνη*

Υπάρχει πράγματι μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο υπάλληλο στη χώρα μας; Όντως ο ιδιωτικός τομέας σφύζει από εργατικότητα, αξιοκρατία και πνεύμα καινοτομίας; Και από την άλλη, ο δημόσιος υπάλληλος είναι στ’ αλήθεια ένα πλάσμα ελλειμματικό, που κάθεται νωχελικά στην πολυθρόνα της απάθειας, και απολαμβάνει μακαρίως τον φραπέ του;

Τα χρόνια της κρίσης άνθησε μια πρωτόγνωρη πολεμική με στόχο το δημόσιο υπάλληλο. Είναι τεμπέλης, βολεμένος, οπισθοδρομικός, ιδιοτελής. Δεν σκέπτεται, δεν παράγει, δεν αξιολογείται, δεν τιμωρείται. Απλώς μισθοδοτείται.

Η πάλαι ποτέ Τρόικα, τώρα Κουαρτέτο, του χρόνου πιθανόν Κουιντέτο, υπήρξε μέγας παίκτης στην πολεμική κατά των δημοσίων υπαλλήλων. Πίεζε ασφυκτικά για απολύσεις, στοχεύοντας να σπάσει το ταμπού της μονιμότητας και να τρυπήσει την ασπίδα της ασφάλειας που το δημόσιο προσφέρει ως δώρο εκλεκτό. Ωστόσο, στις τακτικές της επισκέψεις όλα αυτά τα χρόνια, έστελνε ανελλιπώς τα τεχνικά κλιμάκιά της να συνεργάζονται στενά με δημοσίους υπαλλήλους. Αυτοί οι υπάλληλοι τους έδιναν στοιχεία, αυτοί κατέθεταν προτάσεις, αυτοί παρείχαν υλικό για διαβούλευση. Το πώς κατέληγαν εν τέλει οι διαπραγματεύσεις ήταν υπόθεση πολιτική, η ευθύνη για τα μέτρα ήταν των ηγετών, η επεξεργασία όμως των θεμάτων, τα σενάρια των συνεπειών της μιας ή της άλλης επιλογής, οι εναλλακτικές που δίνονταν, ήταν όλα προϊόν δουλειάς δημοσίων υπαλλήλων. Προφανώς λοιπόν, ορισμένοι υπάλληλοι είχαν ικανότητες και προσόντα. Και σκέπτονταν και δούλευαν και παρήγαν. Δεν πάλλονταν από ενθουσιασμό για τη συνεργασία που είχαν με τους δανειστές, αλλά έστω και απρόθυμα, τη δουλειά τους την παρείχαν αποτελεσματικά, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς του ο καθείς, όπως επέβαλε η ανάγκη των καιρών και οι εντολές που λάμβαναν από την ηγεσία.

Ας ξεχάσουμε λίγο τα της Τρόικας και ας δούμε τη δική μας μικρή καθημερινότητα. Όλοι μας έχουμε συναλλαγές με το δημόσιο. Από τη δική μου δεξαμενή, μπορώ εύκολα να ανασύρω μια νυχτερινή κλήση στο ΕΚΑΒ, μια εφημερία σ’ ένα δημόσιο νοσοκομείο, ένα πιστοποιητικό από τα ΚΕΠ, μια φοίτηση σε δημόσιο σχολείο, ένα σεμινάριο στο δήμο, ένα πιστοποιητικό από την Εφορία. Ούτε αδιαφορία έχω να αναφέρω, ούτε ανικανότητα. Κάποιες φορές έχω αγανακτήσει, είναι αλήθεια. Σε πολλές περιπτώσεις, αντίθετα, έχω αισθανθεί ευγνωμοσύνη. Βελτιώσεις μπορώ να σκεφτώ πολλές, δομικές αδυναμίες του συστήματος μπορώ να επισημάνω επίσης, αλλά να θεωρήσω το δημόσιο υπάλληλο εξοβελιστέο, φορέα κάθε ανικανότητας και κακοδιοίκησης, θα το αρνηθώ.

Το «τραγικό ψεγάδι» των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα είναι, πιστεύω, το κλαδικό μικροσυμφέρον, ο συντεχνιακός εγωκεντρισμός. Κάθε ομάδα εργαζομένων στο δημόσιο, που συγκροτείται ως ομάδα βάσει κάποιων κοινών χαρακτηριστικών, φροντίζει να κατακτήσει κάποια προνόμια. Αδιαφορεί αν τα δικά της προνόμια επεκταθούν και σε άλλες ομάδες ομοειδείς, όπως θα υπαγόρευε η κοινή λογική, αν βεβαίως υπήρχαν και οι πόροι. Αδιαφορεί επίσης αν τα δικά της προνόμια βλάπτουν στο μακρύ χρόνο, τους συμπολίτες της. Για παράδειγμα, αν μπορεί ένα υπουργείο να προσφέρει ένα οριζόντιο επίδομα σε όλους τους υπαλλήλους του, από κλητήρες μέχρι γενικούς διευθυντές, αδιαφορεί αν το διπλανό υπουργείο δεν απολαμβάνει το ίδιο προνόμιο. Μα και τα δύο δεν είναι υπουργεία της ίδιας χώρας; Η απάντηση φυσικότατα θα είναι «ασφαλώς όχι, εμείς εδώ είμαστε ξεχωριστοί». Σε κάθε διοικητική δομή στο δημόσιο χώρο έχει καλλιεργηθεί η μοιραία φαντασίωση ότι αυτή αποτελεί κάτι το εξαιρετικό. Για παράδειγμα, οι του υπουργείου Οικονομικών μοιάζει να φαντασιώνονται ότι είναι όλοι θησαυροφύλακες, οι του υπουργείου Παιδείας ότι είναι όλοι μεταρρυθμιστές, οι του υπουργείου Πολιτισμού ότι είναι όλοι διανοούμενοι. Και ως εξαιρετικοί που είναι δεν μπορεί να υπαχθούν σε καμιά ευρύτερη συλλογικότητα που να θεωρεί όλα τα υπουργεία ισοδύναμες κρατικές δομές και να τα υπαγάγει σε γενικές ρυθμίσεις, εκτός βεβαίως από τις περιπτώσεις που κάποιες ιδιαιτερότητες για θέματα ασφάλειας ή άμυνας επιβάλλουν διαφοροποιήσεις.

Η κουλτούρα αυτή, «εμείς μοιραίοι, ωραίοι και εκλεκτοί, οι άλλοι ταπεινοί και μέτριοι», είναι η μεγάλη παθολογία που γεννήθηκε από τον συνδικαλισμό της Μεταπολίτευσης, τον εναγκαλισμό των δημοσίων υπαλλήλων με τους συνδικαλιστές και τον λαϊκισμό των Ελλήνων πολιτικών. Όποιοι είχαν το πιο δυναμικό συνδικαλιστικό σωματείο από τη μια, δηλαδή το πιο ευέλικτα ελισσόμενο, και τον καλύτερο υπουργό από την άλλη, δηλαδή τον πιο ενδοτικό στις απαιτήσεις και τον πιο γενναιόδωρο με το κρατικό χρήμα, πετύχαιναν τα μέγιστα. Οπότε όλοι οι υπόλοιποι έτρεχαν κάθιδροι πίσω από τους δυναμικούς διεκδικητές επιδομάτων και προνομίων, για να εξασφαλίσουν κι αυτοί με τη σειρά τους ό,τι οι ηγεσίες είχαν ευχαρίστηση. Ερωτήματα του τύπου «αντέχει ο κρατικός προϋπολογισμός τέτοιες δαπάνες;» ή «μέχρι πότε υπάρχουν αποθέματα για έξτρα παροχές;» δεν ετίθεντο διότι, πέραν του συντεχνιακού εγωκεντρισμού, μέχρι να έρθει η Τρόικα κανείς δεν ήξερε πόσους δημοσίους υπαλλήλους πληρώνει αυτή η χώρα. Αυτό το μάθαμε λόγω της Τρόικας, όπως επίσης και λόγω της Τρόικας απέκτησε η χώρα την Ενιαία Αρχή Πληρωμών, ως οργανική μονάδα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και έτσι έχουμε πλέον μια κεντρική μονάδα παρακολούθησης της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων.

Αυτή η παθολογία είναι η πηγή της κακοδιοίκησης στο δημόσιο τομέα. Δεν θεραπεύεται με απολύσεις, διότι δεν είναι ποσοτική η ασθένεια, είναι ποιοτική. Ακόμη και αν απολυθούν οι μισοί, κάποιοι θα μείνουν. Όλοι όσοι μείνουν και όλοι όσοι έρθουν το ίδιο έργο θα αναπαράγουν εις το διηνεκές, αν δεν αποφασίσει η κεντρική εξουσία και οι κοινωνικοί εταίροι να εξορθολογήσουν το δημόσιο με τομές, αφού πρωτίστως γίνει αποδεκτό απ΄ όλους ότι μεταρρύθμιση δεν γίνεται με παροχές και κολακείες αλλά με αξιολογήσεις και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Μια άλλη κηλίδα στην εικόνα των δημοσίων υπαλλήλων είναι ο ρουσφετολογικός τρόπος πρόσληψης. Πικρή αλήθεια που αφορά πολλούς. Σας προτρέπω, ωστόσο, να κοιτάξετε επιμελώς οργανογράμματα ιδιωτικών εταιρειών και ιδρυμάτων. Πολλά κοινά επίθετα κοσμούν τους καταλόγους. Και αν έχετε και εμπειρία εργασίας σε φορέα ιδιωτικό, διαπιστώνετε εύκολα διασυνδέσεις οικογενειακές ή φιλικές στη δεξαμενή εργαζομένων. Ο προϊστάμενος είναι γιος του οδηγού του αφεντικού, η λογίστρια αδελφή του καφετζή, η γραμματέας κόρη του κουμπάρου της λογίστριας, ο πληροφορικάριος ανιψιός της αγαπημένης του προϊστάμενου. Η Ελλάδα δεν έχει ακόμη περάσει στη νεωτερικότητα. Την κυβερνούν τα σόγια, οι κουμπαριές και τα καπετανάτα. Δημόσιο ή ιδιωτικό, μικρή σημασία έχει. Στο δημόσιο, απλώς το ρόλο του κουμπάρου τον παίζει ο βουλευτής, ο οποίος άνετα παίζει και τον κουμπάρο. Δεν έχει πρόβλημα.

Αφού λοιπόν το τοπίο της κρατικής εξουσίας είναι πρωτόγονο και ο σχεδιασμός αλυσιτελής, η χώρα πορεύεται στον εικοστό πρώτο αιώνα με όρους δέκατου ένατου και επιβιώνει ακόμα χάρη στη φιλοτιμία κάποιων ηρωικά ανθεκτικών Ελλήνων, όσων Ελλήνων δουλεύουν γιατί έχουν αίσθημα ευθύνης, όσων Ελλήνων πληρώνουν τα χρέη τους γιατί έχουν αίσθημα καθήκοντος, όσων Ελλήνων τολμούν να μη μετράνε το ανάστημά τους με φιλοδωρήματα.

* Η Φένια Ρουγκούνη έχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, νομικά και μάνατζμεντ. Σήμερα εργάζεται στο Συνήγορο του Πολίτη.
---
*

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

... Ελλάδα 2015 - "Η Ανισότητα Σκοτώνει" ...

*
stavrosx1
***
*
Ποινικοποίηση της φτώχειας:
εκεί που οι «αβράκωτοι» της Γαλλίας
συναντούν τον καστανά
της Θεσσαλονίκης


Πριν από πέντε χρόνια, στις 17 Δεκεμβρίου 2010, η αστυνομία θα προχωρούσε σε κατάσχεση της πραμάτειας ενός φτωχού μικροπωλητή στην Τυνησία, με το αιτιολογικό της παρανομίας. Λίγο αργότερα, ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι θα αυτοπυρπολούνταν, διαμαρτυρόμενος, πυροδοτώντας το φιτίλι της Αραβικής Άνοιξης. 

Της Δέσποινας Παπαγεωργίου
Πέντε χρόνια μετά, στις 11 Δεκεμβρίου 2015, στην απέναντι όχθη της Μεσογείου, θα συλλαμβάνονταν καστανάς, και, με την ίδια κατηγορία, θα κατασχόταν η πραμάτειά του. Ευτυχώς, ο τελευταίος δεν θα αυτοπυρπολούνταν, όμως η περιπέτειά του θα επιβεβαίωνε ότι υπάρχουν ακόμα οι συνθήκες που καταδίκασαν, πριν από δυο ολόκληρους αιώνες (το 1815), σε πέντε χρόνια κάτεργα έναν πεινασμένο άντρα γιατί είχε κλέψει μια φραντζόλα ψωμί, τον Γιάννη Αγιάννη…
Γιατί η σύγχρονη πραγματικότητα καθημερινά επιβεβαιώνει τον άνθρωπο πίσω από το σύνθημα «Είμαστε το 99%», ειδικό στη μελέτη των ανισοτήτων Τομά Πικετί, ο οποίος συμπεραίνει («Το Κεφάλαιο τον 21ο Αιώνα») ότι, από ορισμένες απόψεις, η ανισότητα σήμερα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του 19ου αιώνα (οπότε συγγράφτηκαν και οι «Άθλιοι»).
Παρόλο που ο Αγιάννης «έζησε» αφού είχε ανατραπεί με τη Γαλλική Επανάσταση το καθεστώς απόλυτης μοναρχίας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, οι τεράστιες ανισότητες στις οποίες στηριζόταν το καθεστώς αυτό δεν είχαν ακόμα εκλείψει. Υπενθυμίζουμε ότι στην προεπαναστατική Γαλλία, το προνομιούχο 2% του πληθυσμού (ευγενείς και κλήρος) κατείχε τη μερίδα του λέοντος σε γη και πλούτο, και κυβερνούσε τον τόπο. Το 20% του προϋπολογισμού δινόταν για να συντηρηθούν τα λούσα των Βερσαλλιών, ενώ το 98% του πληθυσμού (η Τρίτη Τάξη, οι «αβράκωτοι») βίωνε την εξαθλίωση. Η συνέχεια είναι γνωστή: ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’, η σύζυγός του, Μαρία Αντουανέτα, και δεκάδες χιλιάδες άλλοι προνομιούχοι οδηγήθηκαν στη γκιλοτίνα.
Μεταπηδώντας, χωροχρονικά, στην Ελλάδα του σήμερα, υπενθυμίζουμε ενδεικτικά για την διευρυνόμενη ανισότητα, ότι την ώρα που η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής (25/9/2014) συμπέραινε ότι 6.300.000 Έλληνες πολίτες βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας ή απειλούνται από αυτή, η έκθεση της Wealth-X κατέγραφε εκτίναξη του αριθμού των πολύ πλούσιων στην Ελλάδα (565 το 2014 από 505 το 2013) και ετήσια αύξηση της περιουσίας τους κατά 16,7%…
Είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα της διευρυνόμενης φτωχοποίησης, που οι σύγχρονοι Αγιάννηδες εξωθούνται κάποτε στην παρανομία για να επιβιώσουν.
Ο καστανάς, ισχυρίζονται κάποιοι, έπρεπε να συλληφθεί γιατί ο νόμος δεν κάνει διακρίσεις. Είναι, όμως, έτσι; Ένα απλό παράδειγμα: συνολικά οι οφειλές των καναλιών προς το Δημόσιο για το τέλος χρήσης των τηλεοπτικών συχνοτήτων έφθανε, τον Απρίλιο του 2015 (όπως ανακοίνωνε ο υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς αναρτώντας τα στοιχεία στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ) το ποσό των 24.150.633,93 ευρώ για τα έτη 2011-2014. Πήγε ποτέ η αστυνομία, συνοδεία γερανού, να κατάσχει την υλικοτεχνική τους υποδομή, όπως έσπευσε να κάνει με τηφουφού του καστανά;
Παρομοίως, είναι (λογικά) παράνομο να μην κόβεται απόδειξη για μια τυρόπιτα, αλλά η πρακτική του «tax ruling» που επιτρέπει σε μια επιχείρηση να ρωτήσει εκ των προτέρων ποιας φορολογικής μεταχείρισης θα τύχει από τις αρχές της χώρας και να λάβει σχετικές νομικές εγγυήσεις, πρακτική στην οποία βασίστηκαν οι μυστικές φορολογικές συμφωνίες πολυεθνικών κολοσσών με αρχές του Λουξεμβούργου μέσω των οποίων φέρονται να φορολογήθηκαν σε πολύ μικρή κλίμακα (υπόθεση LuxLeaks) είναι νομότυπη! 
Και, τελικά, σε ποιον νόμο καλείται ο πολίτης να υπακούσει;
Ο Μοντεσκιέ, στο «Πνεύμα των Νόμων» προέβλεπε εθελούσια υποταγή του πολίτη στους νόμους που ο ίδιος θεσπίζει, ενώ ο Ρουσσώ έγραφε ότι η ελευθερία είναι «η υποταγή στον νόμο που υπαγορεύουμε στον εαυτό μας», εφόσον όμως «οι νόμοι είναι πράξεις της γενικής βούλησης», με πυξίδα το δημόσιο και όχι το ιδιοτελές συμφέρον.
Διεθνώς, όμως, σήμερα, η τάση είναι οι νόμοι να συγγράφονται από υπερεθνικά σχήματα (π.χ. Κομισιόν, χρηματοπιστωτικά ιδρυματα, λομπίστες) που ούτε λογοδοτούν στους πολίτες ούτε ελέγχονται από αυτούς.
Και ποιον μπορεί να εξυπηρετούν οι νόμοι παρεκτός τον νομοθέτη τους;
Ποιον εξυπηρετεί, για παράδειγμα, η επικείμενη Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ (TTIP), στην οποία, μεταξύ άλλων, υπάρχει η πρόβλεψη οι εταιρείες να μπορούν να μηνύουν κράτη όταν θεωρούν ότι θίγεται το συμφέρον τους, λειτουργώντας επί της ουσίας ως νόμος ανώτερος από τους εθνικούς;
Στην Ελλάδα, μάλιστα, ελέω Μνημονίου, νομοθετεί και τύποις πλέον η υπερεθνική ελίτ -αντί για το Κοινοβούλιο- όπως αυτή εκπροσωπείται από το κουαρτέτο. Και οι πολίτες καλούνται να υπακούσουν στους νόμους που διαμορφώνονται ερήμην τους.
Συνεπώς, η έννοια του νόμου έχει διαφοροποιηθεί σε μια εποχή τεράστιου ελλείμματος δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Κάπου, λοιπόν, σε αυτό το σημείο, κι εκεί όπου ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ λέγοντας «η φονικότερη μορφή βίας είναι η φτώχεια» συγκλίνει με τον οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν, που υποστηρίζει ότι «[Η] Ανισότητα Σκοτώνει» βρίσκεται ο χώρος δικαίωσης του καστανά της Θεσσαλονίκης και των απανταχού φτωχοδιαβόλων.
---
---
*