Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

... η απόκτηση ευγενικής καταγωγής ...

*
Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος
(Unfollow)
***
*

Άρχοντας της εκκλησίας
δημοσία δαπάνη
ο Μελισσανίδης

Πόσο να πήγε άραγε το διάβασμα από τον Πατριάρχη;
Ξεκινάμε με τη μεγάλη «είδηση». Ο Δημήτρης Μελισσανίδης τιμήθηκε με το οφφίκιο του Άρχοντα Κουροπαλάτου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Και την πιο μικρή «είδηση»: Η χειροθεσία του νέου Άρχοντα πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την θεία λειτουργία των Θεοφανείων και τον Μεγάλο Αγιασμό στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, στις οποίες ο Πατριάρχης δεν παρέστη, γιατί ήταν ασθενής. Σηκώθηκε όμως άρον άρον για να αναφωνήσει το «άξιος» στον Δ. Μελισσανίδη.

Είναι η πρώτη φορά μετά το 1453 που απονέμεται το οφφίκιο του Άρχοντος Κουροπαλάτου, το οποίο ως αξίωμα στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνδεόταν με σημαντικές ευθύνες στο Παλάτι και τη διαχείριση σημαντικών ζητημάτων του δημοσίου. Από την εποχή της άλωσης της Πόλης, λοιπόν, ο πρώτος που το αγόρασε… ε, συγνώμη, που το αξιώθηκε, είναι ο Δ. Μελισσανίδης. «Για την ειλικρινή αφοσίωσή του στην Μητέρα Εκκλησία, για την προθυμία του στη διακονία και την προσφορά του στα ευσεβή και ευγενή τέκνα του μαρτυρικού Πόντου καθώς και για τις ευρύτερες κοινωφελείς πρωτοβουλίες του» ήταν οι λόγοι που ανέφερε ο Πατριάρχης στην ομιλία του. Να εννοεί άραγε τις οφειλές  του Δημήτρη Μελισσανίδη στο ελληνικό δημόσιο; Την εμπλοκή του με λαθρεμπορία πετρελαίου; Τις απειλές του κατά της σωματικής ακεραιότητας δημοσιογράφου; Το ότι είναι τόσο θεοσεβούμενος ώστε ετοιμάζεται να ονομάσει το νέο γήπεδο της ΑΕΚ (που θα χτιστεί με τη γενναία χορηγία της Περιφέρειας Αττικής) «Αγιά Σοφιά»; Ή την εμπλοκή του στις «ιερές μπίζνες» στον Αστέρα Βουλιαγμένης;

Θα μου πείτε, όλα αυτά δεν εμπόδισαν την κυβέρνηση Σαμαρά (ή να πούμε τη Δεξιά του Κυρίου, καλύτερα;) να του δώσει χάρισμα τον ΟΠΑΠ, θα εμποδίσει το Πατριαρχείο να τον συμπεριλάβει σε μια λίστα όπου φιγουράρει όλο το χριστεπώνυμο πλήθος των… ολιγαρχών της χώρας; Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά επώνυμα: Αγγελόπουλος, Λαιμός, Δεσποτόπουλος, Τσάκος, Πατέρας. Στη λίστα θα βρει κανείς επίσης τον «Μεγάλο Πρωτέκδικο» κ. Κοντομηνά, τον «Μεγάλο Χαρτοφύλακα» κ. Κόκκινο (πρόεδρο Αρείου Πάγου την εποχή της κυβέρνησης Μητσοτάκη), αλλά και τον -έχουν και χιούμορ στο Πατριαρχείο- «Άρχοντα Λαοσυνάκτη» Σωκράτη Κόκκαλη. Μήπως ο Δ. Κοντομηνάς δεν κατηγορήθηκε για εξαπάτηση μέσω της εταιρείας Ιντεραμέρικαν; Μήπως ο Σ. Κόκκαλης δεν είναι ένας «άρχων» που έχει βουτήξει και τα δύο χέρια στο μέλι του κρατικού κορβανά; Λεπτομέρειες…

Δεν αποκλείεται, πάντως, ο κ. Σαμαράς να ελπίζει και στη βοήθεια του Θεού για να μπορέσουν οι δύο «άρχοντες οφικκίαλοι» του Πατριαρχείου να επιλύσουν τις διαφορές που τους έχει προκαλέσει η συγκατοίκησή τους στον ΟΠΑΠ…

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, άλλωστε, έχει μεγάλη ιστορία. Η «απονομή» τίτλων έναντι χρηματικής ανταμοιβής, όμως, έχει ακόμη μεγαλύτερη. Ήταν εκεί λίγο μετά το Μεσαίωνα: η αναδυόμενη αστική τάξη, οι πλούσιοι έμποροι της εποχής, είχαν αποκτήσει μεν τον πλούτο, αλλά δεν είχαν την ευγενική καταγωγή που θα τους επέτρεπε να λογίζονται ως μέλη της αριστοκρατικής τάξης. Στην ελεύθερη αγορά, όμως, δεν υπάρχουν αδιέξοδα, κι έτσι (έναντι αδράς αμοιβής) έγιναν και οι τίτλοι ευγενείας εμπορεύσιμο είδος, ώστε οι νέοι πλούσιοι της εποχής να συγκατοικήσουν ισότιμα στις ίδιες λίστες με τα παλιά ευγενή τζάκια. Μωρέ, κάτι μας θυμίζει αυτό…

Με κάτι τέτοια, πάντως, μόνο χώρος αγιοσύνης και πνευματικότητας δεν θεωρείται η Εκκλησία στην ελληνική κοινωνία. Και πώς αλλιώς; Όταν οι επιφανείς ιεράρχες της εν Ελλάδι Εκκλησίας, για παράδειγμα, ασχολούνται με τις μεταμφιέσεις στα λαϊκά καρναβάλια και όχι με το πώς οι μεγαλοοφειλέτες του δημοσίου μεταμφιέζονται εν μια νυκτί σε «πιστούς χριστιανούς»,  έχουμε πολλούς λόγους να αμφισβητούμε την αγιότητά τους.

Βέβαια, την ώρα που η Εκκλησία τιμάει τους ολιγάρχες, το ελληνικό κράτος –στην ίδια ακριβώς γραμμή πλεύσης– κάνει ό,τι μπορεί για τους προστατεύσει. Μπορεί να μην τους απονέμει ανάλογες τιμές και αξιώματα, αλλά τους παρέχει όλη την απαραίτητη προστασία. Οι καταγγελίες ότι ο Γιάννης Στουρνάρας καθυστερεί τους ελέγχους εμβασμάτων, καταθέσεων και κάθε λογής λίστας με φοροφυγάδες είναι καταιγιστικές. Αλήθεια, πόσες «λίστες Λαγκάρντ» υπάρχουν σε αυτή τη χώρα;

Με πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της χτες, η Εφημερίδα των Συντακτών κάνει λόγο για 65 λίστες που δεν έχουν ελεγχθεί από το ελληνικό κράτος. Πρόκειται για «υλικό-βόμβα με 65 CD στα οποία περιλαμβάνονται φοροφυγάδες και διακινητές μαύρου χρήματος», το οποίο «παραμένει ανεκμετάλλευτο στα γραφεία του ΣΔΟΕ. Στα CD περιλαμβάνονται πρωτοκλασάτα ονόματα του πολιτικού, εκδοτικού και οικονομικού κατεστημένου της χώρας», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η εφημερίδα. Αν προσθέσουμε σε αυτά κάτι ψιλά από ανείσπρακτα πρόστιμα τα οποία η κυβέρνηση ψάχνει τρόπο να μην εισπράξει , κάτι λίστες με μαύρους λογαριασμούς στο εξωτερικό, αλλά και την παραδειγματική σβελτάδα που χαρακτηρίζει τους ελέγχους αυτούς, τότε βγάζουμε το λογαριασμό της χρεοκοπίας της χώρας! Λεπτομέρειες κι αυτά…

«Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Στουρνάρα είναι πρωταθλήτρια στη συγκάλυψη», ανέφερε σε δήλωσή της η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ διατυπώνει στον υπουργό Οικονομικών μια σειρά από ερωτήματα, όπως: Γιατί επιμελώς φροντίζει ώστε να μην ελέγχονται αυτές οι λίστες, παρατείνοντας εξίσου επιμελώς, την υποστελέχωση και έλλειψη υποδομής του ΣΔΟΕ; Γιατί εδώ και ένα μήνα δεν έχει απαντήσει στο έγγραφο των νυν Οικονομικών Εισαγγελέων κκ. Π. Αθανασίου και Γ. Μπρη, με το οποίο ζητείται στελέχωση και εξοπλισμός για τον έλεγχο αυτών των λιστών; Έχει και ο ίδιος σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με πρόσωπα και υποθέσεις που πρέπει να ελεγχθούν; Αντιλαμβάνεται ότι τα διαφυγόντα κέρδη και η θετική ζημία του Ελληνικού Δημοσίου είναι ο καθρέφτης του Δημοσίου Χρέους και η άρνηση ελέγχου τους ιδρύει αυτοτελή ευθύνη του ιδίου και κάθε συμπράττοντος στην παρακώλυση της Δικαιοσύνης;

Εμείς θα αρκεστούμε να ρωτήσουμε το Πατριαρχείο: το οφφίκιο του Επίσημου Σφουγγοκωλάριου της Ολιγαρχίας έχει απονεμηθεί; Γιατί θα θέλαμε να προτείνουμε τον κ. Στουρνάρα ως υποψήφιο οφφικίαλο. Παίζει;
---
*

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

... η Ιστορία, ο Σουλεϊμάν και οι μίζες ...

*
Περικλής Κοροβέσης
("ΕφΣυν")
***
*

Η μεγαλοπρεπής τσόντα του Σουλεϊμάν


Είναι ελάχιστοι αυτοί που δεν συμμερίζονται την άποψη πως η Ελλάδα πέρασε τετρακόσια χρόνια φρικτής σκλαβιάς κάτω από τον βάρβαρο ζυγό των Τούρκων. Ζούσαμε σε σκοτάδι αμάθειας και γι’ αυτό επινοήσαμε το κρυφό σχολειό από φωτισμένους καλόγερους που μας κράτησαν Ελληνες και χριστιανούς. Και φυσικά οι βάρβαροι Τούρκοι ουδέποτε έπαψαν να μας απειλούν. Και γι’ αυτό χρειάζεται η αμυντική θωράκιση της χώρας μας.

Ολα αυτά, βέβαια, είναι ένας ανιστόρητος μύθος που καλλιεργείται από εθνικιστές όλου του πολιτικού φάσματος, με κύριους ωφελημένους την Ακρα Δεξιά και τους νεοναζιστές.

Ας βάλουμε μερικά ερωτήματα σε κάθε καλόπιστο άνθρωπο που έχει ενδώσει σ’ αυτό τον μύθο, χρησιμοποιώντας αδιάσειστα στοιχεία. Η Τουρκία συγκροτήθηκε ως κράτος το 1923, συνεπεία της Επανάστασης των Νεότουρκων το 1912, που επέβαλε στον σουλτάνο Αβδούλ-Χαμίτ ένα Σύνταγμα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Οταν ήρθαν στην εξουσία, με τον Κεμάλ πρόεδρο της Δημοκρατίας, έδιωξαν τον σουλτάνο, κατάργησαν τη θρησκευτική παιδεία, απαγόρεψαν την πολυγαμία και έδωσαν τα ίδια δικαιώματα στις γυναίκες. Το κράτος πια δεν είναι ισλαμικό, αλλά πολιτικό, εγκαταλείπουν το αραβικό αλφάβητο και το αντικαθιστούν με το λατινικό, ενώ αλλάζουν και το ημερολόγιό τους και στη θέση του βάζουν το γρηγοριανό. Δηλαδή, αυτό που χρησιμοποιούμε και εμείς. Και ο Μουσταφά Κεμάλ, με απόφαση του Κοινοβουλίου, γίνεται Ατατούρκ, δηλαδή πατέρας όλων των Τούρκων.

Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που ιδρύθηκε το 1923 να μας κατακτήσει το 1453; Την Ελλάδα κατέκτησε ή την Κωνσταντινούπολη βάζοντας οριστικό τέλος στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία; Μήπως μπερδεύουμε σκοπίμως του Οσμανήδες με το τουρκικό κράτος; Ξέρει κανείς να μας πει πού και πότε υπήρξε Τουρκική Αυτοκρατορία; Για να δούμε τώρα τι μας λέει και η Ιστορία. Το 1299, ο Οσμάν ή Οθμάν, επικεφαλής ενός μικρού εμιράτου, αρχίζει σιγά σιγά να κατακτά βυζαντινές εκτάσεις χτίζοντας την αυτοκρατορία του, στην οποία δίνει το όνομά του: Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οπως έκανε και ο Τσιν (Chin) με την Κίνα (China).

Στο απόγειό της, στα τέλη του 17ου αιώνα, με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, γίνεται μια τεράστια παγκόσμια δύναμη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ευρωπαϊκής Ιστορίας (ασχέτως αν δεν διδάσκεται). Από την Ουγγαρία, την Κροατία, τη Βοσνία μέχρι την Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν. Ολη η Β. Αφρική στα χέρια τους, από Τυνησία μέχρι Υεμένη, με τον ενδιάμεσο χώρο δικό τους. Μπροστά σε αυτές τις αχανείς εκτάσεις, αυτό που λέμε Ελλάδα ήταν μια μικρή επαρχία, όπως ήταν και επί Ρωμαίων και Βυζαντινών. Καμιά εθνική γλώσσα δεν είχε απαγορευτεί και καμιά θρησκεία. Και μην ξεχνάμε πως οι διωκόμενοι Εβραίοι από όλη την Ευρώπη, και ιδίως από την Ισπανία, βρήκαν άσυλο σε οθωμανικά εδάφη. Ο μεγάλος επαναστάτης Ρήγας Φεραίος δεν είχε υπόψη του κανένα εθνικό κράτος. Ηθελε μια αντι-αυτοκρατορία, με τη μορφή της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Η εθνική ιδέα είναι απαραίτητη για έναν απελευθερωτικό αγώνα, αλλά το έθνος εδραιώνεται μετά την ίδρυση του κράτους. Αφορμή για όλα αυτά είναι το αγαπημένο σίριαλ του ελληνικού λαού, που απ’ ό,τι μαθαίνω κάνει θραύση και στην Τουρκία -είναι μια χολιγουντιανή, σε κακέκτυπο βέβαια, παραχάραξη της Ιστορίας.

Ο Σουλεϊμάν ήταν ένας μεγάλος πολιτικός, στρατιωτικός, νομοθέτης (έτσι τον λένε οι Τούρκοι) που έφτασε την αυτοκρατορία του στην απόλυτη ακμή της. Αυτό όμως δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για τους λαούς της αυτοκρατορίας του. Πείνα, φόροι, τυραννία, εύκολες σφαγές, βασανιστήρια, φυλακές, ανασκολοπισμοί. Δηλαδή είχε την ίδια συμπεριφορά με κάθε άλλο αυτοκράτορα. Γιατί όσο πιο μεγάλη είναι η εξουσία τόσο πιο μεγάλη είναι η τυραννία. Κάθε αυτοκράτορας έχει μέσα του, στο DNA του, λίγο ή πολύ, κάτι από Χίτλερ.

Το σίριαλ εστιάζεται κυρίως στο χαρέμι και τις σουλτάνες του Σουλεϊμάν και κάνει παιδαριώδεις αναφορές στα ιστορικά γεγονότα. Και δεν μαθαίνουμε τίποτα από την Ιστορία. Γινόμαστε ερευνητές του χαρεμιού και σκεφτόμαστε τι να γίνεται άραγε μέσα στο χαρέμι και ο φακός δεν μας το δείχνει. Και έτσι έχουμε ένα είδος τσόντας με φερετζέ, κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. Από τη γιαγιά ώς τον εγγονό. Και από αυτούς τους τηλεθεατές ένα 27% πρέπει να ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά ας γυρίσουμε στην Τουρκία και στους εξοπλισμούς. Η χώρα αυτή είναι 16η οικονομική δύναμη στον κόσμο και έχει 90 εκατ. κατοίκους. Μπορεί να κάνεις πόλεμο με μια τέτοια χώρα; Και μπαίνει το πρόβλημα των εξοπλισμών. Τι χρειάζονται; Μήπως αξίζουν μόνο για τις μίζες των πολιτικών; Και δυστυχώς αυτό είναι βέβαιο. Εχουμε πια και τις αποδείξεις.
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

... "Αλληλεγγύη και Ενότητα" ...

*
Νίκος Μπογιόπουλος
***
*

Ναι στην Αλληλεγγύη μας,
όχι στην «φιλανθρωπία» τους

«Το έγκλημα είναι τόσο μάταιο
όσο και η φιλανθρωπία»
(Ευγένιος Ιονέσκο)

Η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου καθώς φιλοξενήθηκε σε περίοπτη θέση στα διεθνή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: Ο ιδρυτής του «Facebook», ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, κατέκτησε την κορυφή στη λίστα των «φιλανθρώπων» του πλανήτη μέσα στο 2013. Ο κ. Ζούκερμπεργκ μετά της συζύγου του, σύμφωνα με τους «Financial Times», έκαναν την χρονιά που έφυγε «φιλανθρωπίες» ύψους 990 εκατομμυρίων δολαρίων. Εν τω μεταξύ στον κόσμο που η «φιλανθρωπία» των Ζούκερμπεργκ διαφημίζεται τόσο αφειδώλευτα, κάθε μέρα πεθαίνουν 50.000 άνθρωποι λόγω πείνας, λόγω ασιτίας, λόγω φτώχειας. Αλλά ο θάνατος 35 ανθρώπων κάθε λεπτό της ώρας - λόγω φτώχειας - δεν θεωρείται εξίσου σημαντική είδηση με την «φιλανθρωπία» του κ. Ζούκερμπεργκ…

Μια ακόμα είδηση που δεν είχε αντίστοιχη προβολή με την «φιλανθρωπία» του κ. Ζούκερμπεργκ είναι εκείνη που αφορά τη θηριώδη αύξηση της περιουσίας του κ. Ζούκερμπεργκ. Μέσα στο 2013, έκτη χρονιά της εντεινόμενης οικονομικής κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο, ο κ. Ζούκερμπεργκ αποκόμισε κέρδη ύψους 10 δισ. δολαρίων. Το σύνολο δε της περιουσίας του υπολογίζεται πλέον στα 19 δισ. δολάρια. Δηλαδή μέσα στο 2013 τα δισεκατομμύρια του κ. Ζούκερμπεργκ αυξήθηκαν κατά 112%. (Σημείωση: οι 100 υπερδισεκατομμυριούχοι «Ζούκερμπεργκ» του πλανήτη έφτασαν το 2013 να κατέχουν περιουσία που ξεπερνά σε μέγεθος ολόκληρο το ΑΕΠ της Γερμανίας!)…

Ας πάμε τώρα σε έναν άλλον «φιλάνθρωπο» που έχει βγει χρόνια πριν από τον κ. Ζούκερμπεργκ στο κουρμπέτι, στον κ. Μπίλ Γκέιτς της «Microsoft». Έλεγε σε μια συνέντευξή του στο «Βήμα» τον Ιανουάριο του 2008: «Οι δυνητικές εφαρμογές του δημιουργικού καπιταλισμού περιορίζονται μόνο από τα όρια της φαντασίας μας. Αν μπορέσουμε να βρούμε προσεγγίσεις που απαντούν στις ανάγκες των φτωχών με τρόπο που γεννούν κέρδος και αναγνώριση στις επιχειρήσεις, θα έχουμε βρει μια αυτοσυντηρούμενη μέθοδο για τη μείωση της φτώχειας. Μια παθιασμένη προσπάθεια να ανταποκριθούμε στην πρόκληση μπορεί να μας βοηθήσει να αλλάξουμε τον κόσμο».

Η παραπάνω φράση του Μπιλ Γκέιτς είναι αποκαλυπτική μιας και φωτίζει περίφημα τα ευγενή κίνητρα της «φιλανθρωπίας» όχι του Γκέιτς και του Ζούκερμπεργκ ως πρόσωπα, αλλά των Γκέιτς και των Ζούκερμπεργκ ως τάξη. Ο «φιλάνθρωπος» και «δημιουργικός καπιταλισμός» τους, στον οποίο αναφέρεται ο Γκέιτς, δεν είναι παρά το παρασύνθημα του «δημιουργικού» κυνισμού με τον οποίο η πλουτοκρατία προσεγγίζει τη γενικευμένη φτώχεια - την οποία η ίδια προκαλεί στον κόσμο (μια ματιά στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, εκεί που η «Microsoft» κατασκευάζει τα «γκατζετάκια» της, πείθει). Και την προσεγγίζει ως τη μεγαλύτερη φλέβα αναπαραγωγής και αύξησης της κερδοφορίας της. Όπως βλέπουμε ο κύριος «Microsoft», που κατείχε πριν τον Ζούκερμπεργκ τα πρωτεία της «φιλανθρωπίας», περιγράφοντας γλαφυρά τη «φιλανθρωπία» της τάξης του, δεν κρύβει λόγια σχετικά με την «ικανότητα» του καπιταλισμού να γεννά τη φτώχεια. Και μέσα από αυτήν να πολλαπλασιάζει τα κέρδη των πολυεθνικών. Που αξιοποιούν τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας σαν πατέντα του ιδιοτελούς χρηματιστικού τους θησαυρισμού και όχι φυσικά ως πηγή παραγωγής και διανομής του κοινωνικού οφέλους. Και τούτο στο όνομα της «καταπολέμησης», στο όνομα της «μείωσης» της φτώχειας!

Φυσικά δεν έχουμε (ούτε θα μπορούσαμε να έχουμε) τίποτα το προσωπικό με τον κ.Γκέιτς ή τον κ. Ζούκερμπεργκ. Έχουμε, όμως, σαφέστατη πολιτική διαφωνία με την κάθε «φιλάνθρωπη» κυρία ή κύριο που αφού έχουν χορτάσει το παντεσπάνι και τα χαβιάρια τους, κατόπιν αναζητούν στη «φιλανθρωπία» το εισιτήριο - ένα εισιτήριο με πολύ φτηνό είναι η αλήθεια αντίτιμο και αξιοσημείωτες φοροαπαλλαγές- για να αυτοδιαφημιστούν σαν πρωταγωνιστές κάποιων σικέ παραστάσεων περί «ανθρωπιάς». Έχουμε τεράστιο ιδεολογικό πρόβλημα, με αυτή την τακτική που επιδιώκει να καταστήσει σαν «αξίωμα» στη συνείδηση του μέσου ανθρώπου, του εργαζόμενου, του αναξιοπαθούντος, ότι τα δικαιώματά του είναι μια υπόθεση που επαφίεται στην «φιλανθρωπία» κάποιων καλών - και κατά τεκμήριο πάμπλουτων ανθρώπων - οι οποίοι έρχονται να συνεγείρουν με το παράδειγμα και την εθελοντική προσφορά τους τις συνειδήσεις του «κοσμάκη». Ο «κοσμάκης», δε, καλείται να χειροκροτήσει εκείνο τον «φο» ουμανισμό των εκμεταλλευτών του και να υποστεί εντέχνως τη... βαθμολόγηση της ανθρωπιάς του (!) από αυτούς που στα εργοστάσιά τους του φέρονται σαν σκλάβο!

Νιώθουμε απόλυτη ηθική, ιδεολογική και πολιτική αντιπάθεια προς κάθε προσπάθεια οι εκπρόσωποι του κράτους και της πολιτικής που επιφέρει λαϊκή εξαθλίωση να παρελαύνουν με καρφιτσωμένα χαμόγελα σε κέντρα συσσιτίων και σε δήθεν μαραθωνίους αγάπης, που δεν είναι παρά μαραθώνιοι με μία και μόνη επιδιωκόμενη «αγαθοεργία»: Να ρετουσάρουν το κοινωνικό προφίλ ατόμων που θα έπρεπε να απολογούνται για την αναλγησία τους, πολιτικών φορέων που θα έπρεπε να δίνουν εξηγήσεις για την κοινωνική αδιαφορία τους, στυγνών εκμεταλλευτών που θα έπρεπε να καταδικάζονται για την εκμεταλλευτική τους στυγνότητα.

Έχουμε αβυσσαλέα πολιτική, ηθική, ιδεολογική αντίθεση με κάθε σαλονάτη και χλιδάτη προπαγάνδα, που προσπαθεί να προσπερνά το «ακάλυπτο» των υποχρεώσεων και των υποσχέσεων της πολιτείας, του κράτους, των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν στο όνομα του λαού - και υποσχόμενοι λαγούς με πετραχήλια στο λαό - με την επίδειξη μιας ...«ΜΚΟ φιλανθρωπίας». Μια προπαγάνδα, δηλαδή, να αντικατασταθεί το χρέος των ταγών μας να παρέχουν όλα εκείνα που δικαιούνται οι πολίτες (και τα οποία μέσω των φόρων και του γλίσχρου εισοδήματός τους τα έχουν πληρώσει διπλά και τρίδιπλα), με μια δήθεν «φιλανθρωπία», την οποία θα πρέπει να την καταβάλουν και πάλι εκείνοι που ήδη έχουν πληρώσει, αλλά που την καρπώνονται με τη μορφή κοινωνικού κύρους και ανθρωπιστικού λίφτινγκ εκείνοι που κρατούν τους πολλούς στην ανέχεια, τη δυστυχία και την ανημποριά.

Απέναντι στην προπαγάνδα περί «φιλανθρωπίας», που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την «ζωοφιλία», που βαφτίζει την «φιλανθρωπία» - βιτρίνα ενός σάπιου συστήματος σαν την τάχα θεραπαινίδα του εγκλήματος, υπάρχει το βαθύ το ουσιαστικό, το πανίσχυρο όπλο της ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ.

---

Ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες στοχαστές, ο συντάκτης του μανιφέστου «Τί είναι και τί θέλει το ΕΑΜ», ο μέγιστος παιδαγωγός και κομμουνιστής που η «Ουνέσκο» συγκαταλέγει μεταξύ των 100 πιο σημαντικών διανoουμένων, πολιτικών και δημοσιολόγων όλου του κόσμου, ο Δημήτρης Γληνός, σε ένα συγκλονιστικό κείμενό του που γράφτηκε στην Ελλάδα της κρίσης του '30, περιγράφει - 80 χρόνια πριν - τί συμβαίνει στην Ελλάδα του σήμερα. Και ταυτόχρονα φωτίζει δρόμους που αξίζει να περπατηθούν, σήμερα, στην Ελλάδα της αιθαλομίχλης, των μαγκαλιών, των συσσιτίων.

Έγραφε:

«Μέσα σ' αυτή τη φοβερή στιγμή της παγκόσμιας κρίσης πλήθυνε το κακό, που ήτανε πάντα πολύ, μεγάλωσε η αθλιότητα των απαθλιωμένων ανθρώπων. Ο εργάτης, ο φτωχός αγρότης, ο μικροεπαγγελματίας, ο υπάλληλος ζούνε μέσα σε μια αδιάκοπη αγωνία (…). Από την άλλη, κάθε μέρα κρούει την πόρτα τους το σκιάχτρο της αναδουλειάς με τη συντρόφισσά της, την πείνα. Και σ' όσα σπίτια μπει μέσα το μεγάλο κακό ρημάζουνε πια.

Άγριος πόλεμος κοινωνικός έχει ξεσπάσει και οι πεινασμένοι διεκδικώντας τα πιο απλά δικαιώματά τους στη ζωή, γίνονται θύματα κι από τούτη την πλευρά. Μα απ' όλους τους κυνηγημένους και τους απόκληρους τα τραγικότερα θύματα είναι τα παιδιά. Το παιδί του προλετάριου, το παιδί του φτωχού αγρότη, το εργαζόμενο παιδί, το παιδί του βιοπαλαιστή ήτανε πάντα σε θέση σκληρή και μειονεκτική. Μα τώρα έγινε πια η μοίρα του αβάσταχτη (...).

Απέναντι στην απέραντη τούτη τραγωδία, που πλημμυρίζει τα σκοτεινά υπόγεια και τις υγρές αυλές μέσα στις πολιτείες, τα χαμόσπιτα των συνοικισμών και τις καλύβες της αγροτιάς σ' όλη τη χώρα, η βοήθεια που η επίσημη και ιδιωτική φιλανθρωπία καταπιάνεται να δώσει δεν είναι ούτε σα σταγόνα νερού σε φλογισμένο καμίνι. Τα ελατήριά της άλλως τε δεν είναι καθαρά. Για να υπάρχει της χρειάζεται να υπάρχουνε θύματα. Ο φτωχός εργαζόμενος λαός που είναι το θύμα, και τα παιδιά που είναι διπλά θύματα, πρέπει να ζητήσουνε και να βρούνε τη βοήθεια και την απολύτρωση από τον ίδιο τον εαυτό τους.

Δεν πρέπει να περιμένουν τη σωτηρία τους από την άλλη πλευρά. Και του πιο αδύνατου η δύναμη διπλασιάζεται, όταν ενώσει τη λιγοστή του μπόρεση με την προσπάθεια των συντρόφων του. Όταν ο εργάτης , ο αγρότης, ο φτωχός εργαζόμενος λαός νιώσει μιαν ολοκληρωτική αλληλεγγύη να τον ενώνει με όλους τους συντρόφους του στη δυστυχία και μέσα στα σύνορα της χώρας κι όξω απ' αυτή σ' όλες τις χώρες της γης, και όταν κινηθεί ομόψυχα και ολόψυχα να βοηθήσει τον εαυτό του και τους άλλους, τότε θα βρει το δρόμο της ανακούφισης και της σωτηρίας. Αλληλεγγύη των δυστυχισμένων! Να το σύνθημα μιας καινούργιας δράσης, που μπορεί να φέρει τα πιο χειροπιαστά αποτελέσματα. Αλληλεγγύη οργανωμένη, ενεργητική ζωντανή, θετική και έμπρακτη, είναι ο πρώτος όρος της σωτηρίας.

Η εργατική τάξη, το πιο συνειδητό και το πιο οργανωμένο κομμάτι του εργαζόμενου λαού, πρέπει να βαδίσει πρώτη το δρόμο αυτό στην ολότητά της, απάνω από τα κόμματα και κάθε πολιτική διαίρεση.
Αλληλεγγύη και ενότητα. Και μαζί με τον εργαζόμενο φτωχό λαό πρέπει να βαδίσουν όσοι νιώθουν τον εαυτό τους αλληλέγγυο με κείνους, που αγωνίζονται για την απολύτρωση, όσοι νιώθουν και όσοι πονούν. Ελάτε να βοηθήσουμε τα παιδιά! Ελάτε να οργανώσουμε την αλληλεγγύη σε τούτο τον τομέα. Να βοηθήσουμε το ξύπνημα και τη συνειδητοποίηση της αλληλεγγύης, να βοηθήσουμε να φανερωθεί έμπρακτα στο πρόβλημα του φτωχού παιδιού. Η αλληλεγγύη των εργαζομένων κάνει θάματα. Μα και το πιο μικρό βήμα που μπορεί να γίνει απάνω σε τούτο το σωστό δρόμο, θα έχει τεράστια σημασία. Γιατί θα ξυπνήσει τη συνείδηση του σκοτεινού δρόμου σε χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους. Οσοι μπορούν, όσοι θέλουν, όσοι νιώθουν, ας κινηθούν. Τώρα είναι η στιγμή. Κάθε μέρα που περνάει θέτει τα προβλήματα οξύτερα και επιτακτικότερα. Ο αγώνας για τα δικαιώματα του παιδιού του εργαζόμενου λαού είναι ένας ευγενικός αγώνας.

Ας έρθουνε μαζί μας, όσοι θέλουνε να προσφέρουνε και τις πιο μικρές υπηρεσίες στο μεγάλο τούτο έργο (...).

Δημήτρης Γληνός, Δεκέμβρης 1932».
---
*

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

... 2014 - ήρθε ...

*
Ανασυγκρότηση
***
*

... το 2013 έφυγε ...

Πόσο πιο κακό μπορεί να είναι το 2014;
... μπορεί να είναι ακόμη χειρότερο.
Εκτός κι αν πάρουμε την κατάσταση
στα χέρια μας! Μπορούμε... Θέλουμε;
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

... ο συγγραφέας κ. Γούντι Άλλεν ...

*
Woody Allen
***
*

Η Υπόθεση Κούγκελμαςς

Ο ΚΟΥΓΚΕΛΜΑΣΣ, ένας καθηγητής φιλολογίας στο Σίτυ Κόλλετζ, είχε κάνει και δεύτερο αποτυχημένο γάμο. Η Δάφνη Κούγκελμαςς ήταν κρετίνα. Είχε και δυο βλαμμένους γιους απ' την πρώτη του γυναίκα, τη Φλο, και τον είχαν γονατίσει διατροφή κι επιδόματα τέκνων.

Πού να το ξέρω ότι θα φτάνανε εδώ τα πράματα; κλαψούριζε μια μέρα ο Κούγκελμαςς στον ψυχαναλυτή του. Η Δάφνη υποσχόταν πολλά. Ποιος θα το περίμενε ότι θα κατέρρεε έτσι και θα πρηζόταν σαν μπαλόνι της πλαζ; Άσε που 'χε κι ένα κομποδεματάκι, που από μόνος του βέβαια δεν είναι και πολύ υγιής λόγος να παντρευτείς κάποιον, δε βλάφτει όμως, έτσι μπούφος που 'μαι του λόγου μου στα οικονομικά. Με καταλαβαίνεις;

Ο Κούγκελμαςς ήταν καραφλός και τριχωτός σαν αρκούδα, είχε όμως καρδιά.

Έχω ανάγκη να βρω μια καινούρια γυναίκα, συνέχισε. Χρειάζομαι ένα δεσμό. Μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά μου λείπει το αίσθημα. Χρειάζομαι τρυφερότητα, χρειάζομαι το φλερτ. Δεν είμαι πια παιδάκι, ε, και πριν με πάρουνε τα χρόνια, θέλω να κάνω έρωτα στη Βενετία, να φλερτάρω σ' ένα καλό κέντρο και ν' ανταλλάξω βλέμματα πάνω από κόκκινο κρασί και κεριά. Γίνομαι κατανοητός;

Ο Δρ. Μαντέλ στριφογύρισε στο κάθισμά του κι είπε: Μια περιπέτεια δεν πρόκειται να λύσει τίποτα. Είσαι τόσο εκτός πραγματικότητας. Τα προβλήματά σου πάνε πολύ πιο βαθιά.

Κι αυτός ο δεσμός πρέπει επιπλέον να 'ναι κρυφός, 
συνέχισε ο Κούγκελμαςς. Δεύτερο διαζύγιο δεν το σηκώνει η τσέπη μου. Η Δάφνη θα με γονάτιζε εν τοιαύτη περιπτώσει.

Κύριε Κούγκελμαςς...

Δε γίνεται όμως να επιχειρήσω τίποτα στο Σίτυ Κόλλετζ, αφού δουλεύει κι η Δάφνη εκεί. Όχι πως καμιά καθηγήτρια τρώγεται, αλλά είναι κάτι φοιτητριούλες…

Κύριε Κούγκελμαςς...

Βοηθήστε με. Είδα ένα όνειρο χτες. Διέσχιζα χοροπηδώντας ένα λιβάδι, κρατούσα ένα καλάθι για πικνίκ και το καλάθι έγραφε Ό,τι διαλέξετε. Κι ύστερα είδα ότι υπήρχε μια τρύπα στον πάτο του…

Κύριε Κούγκελμαςς, το μόνο που δεν πρέπει να κάνετε είναι να δίνετε παράσταση εδώ πέρα. Εδώ πρέπει να εκφράζετε απλώς τα συναισθήματά σας, και μαζί θα τ' αναλύουμε. Κάνετε τη θεραπεία αρκετό καιρό και ξέρετε πια ότι δε γιατρεύεται κανείς σε μια νύχτα μέσα. Στο κάτω κάτω της γραφής, εγώ είμαι ψυχαναλυτής, όχι μάγος.

Τότε ίσως αυτό πού χρειάζομαι είν' ένας μάγος, είπ' ο Κούγκελμαςς και σηκώθηκε απ' τη θέση του. Έτσι, έδωσε τέλος στη θεραπεία του.

Κάνα δυο βδομάδες αργότερα, ένα βράδυ που ο Κούγκελμαςς κι η Δάφνη κλαίγανε τη μοίρα τους κλεισμένοι στο διαμέρισμά τους σαν δυο παλιά έπιπλα, χτύπησε το τηλέφωνο.

Το παίρνω εγώ, είπ' ο Κούγκελμαςς. Λέγετε;

Κούγκελμαςς; είπε μια φωνή. Κούγκελμαςς, εδώ Πέρσκυ.

Ποιος;

Ο Πέρσκυ. Ή μήπως προτιμάς ο Μέγας Πέρσκυ;

Μπαρδόν;

Πήρε τ' αφτί μου ότι έχεις φάει τον κόσμο να βρεις ένα μάγο να ρίξει λίγο αλατάκι στη ζωή σου. Ναι ή όχι;


Σ-σ-ούτ, ψιθύρισε ο Κούγκελμαςς. Από πού τηλεφωνείς, Πέρσκυ;

Νωρίς τ' άλλο απόγευμα, ο Κούγκελμαςς σκαρφάλωνεστον τρίτο όροφο μιας σαραβαλιασμένης πολυκατοικίας στο Μπούσγουικ του Μπρούκλυν. Ψάχνοντας μες στο σκοτάδι του διαδρόμου, βρήκε την πόρτα που ζητούσε και χτύπησε το κουδούνι. Φοβάμαι πως θα το μετανιώσω, σκέφτηκε.

Δευτερόλεπτα μετά, τον υποδεχόταν ένας κοντός, αδύνατος, χλομός άντρας.

Εσείς είστε ο Πέρσκυ ο Μέγας; είπ' ο Κούγκελμαςς.

Ο Μέγας Πέρσκυ. Τσάι θέλεις;

Όχι, αίσθημα θέλω. Μουσική θέλω. Θέλω έρωτα κι ομορφιά.

Αλλά τσάι δε θες. Πρωτοφανές. Οκέυ, κάτσε.


Ο Πέρσκυ πήγε στο πίσω δωμάτιο κι ο Κούγκελμαςς άκουγε τους θορύβους κουτιών κι επίπλων που μετακινούνταν. Ξαναπαρουσιάστηκε ο Πέρσκυ σπρώχνοντας ένα μεγάλο αντικείμενο πάνω σε ροδάκια που τρίζανε. Έβγαλε κάτι παλιά μεταξωτά μαντίλια που 'ταν αφημένα πάνω του και φύσηξε λίγη σκόνη. Φαινότανε σαν φτηνό κινέζικο ντουλάπι λουστραρισμένο άσχημα.

Πέρσκυ, είπε ο Κούγκελμαςς, πώς το βλέπεις το πράμα;

Πρόσεξέ με, είπ' ο Πέρσκυ. Αυτό εδώ είν' ένα καταπληκτικό τρικ. Το επινόησα πέρυσι για μια συγκέντρωση των Ιπποτών του Φιντία[1], δε συμφωνήσαμε όμως στην τιμή. Μπες στο ντουλάπι.

Μπα, για να μου χώσεις καμιά πενηνταριά σπαθιά ή δεν ξέρω κι εγώ τι;

Βλέπεις κάνα σπαθί;


Ο Κούγκελμαςς έκανε μια γκριμάτσα και σκαρφάλωσε μουρμουρίζοντας και μπήκε στο ντουλάπι. Βέβαια, παρατήρησε αμέσως δυο απαίσια ψευτοδιαμάντια σφηνωμένα πάνω στο γδαρμένο κοντραπλακέ, εκεί μπροστά στα μάτια του. Αν πρόκειται για καμιά πλάκα… είπε.

Ωραία πλάκα! Λοιπόν, άκου την ιδέα. Αν σου ρίξω ένα οποιοδήποτε μυθιστόρημα μες στην καμπίνα που 'σαι, κλείσω την πόρτα, και βαρέσω τρεις φορές, θα βρεθείς μες στο βιβλίο, θα το ζήσεις.
Ο Κούγκελμαςς έκανε ένα μορφασμό δυσπιστίας.

Υπερ-μηχάνημα σου λέω, είπε ο Πέρσκυ. Μα το Θεό. Κι όχι μόνο με μυθιστορήματα. Και με διηγήματα, θεατρικά, ποιήματα. Μπορείς να γνωρίσεις οποιαδήποτε γυναίκα δημιούργησαν οι καλύτεροι συγγραφείς του κόσμου. Οποιαδήποτε ονειρεύεσαι. Μπορείς να φλερτάρεις όποια θες, με την επιτυχία από χέρι. Μετά, σκυλοβαρέθηκες; Τραβάς μια φωνή κι αναλαμβάνω εγώ να σε φέρω πίσω σ' ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Πέρσκυ, σ' αφήνουνε και βγαίνεις πότε πότε;


Αφού σου λέω, είναι καθαρό το πράμα, είπ' ο Πέρσκυ.

Ο Κούγκελμαςς δίσταζε. Ξέρεις τι μου λες - ότι ετούτο δω το χιλιοτρυπημένο ερασιτεχνικό παλιόκουτο μπορεί να με πάει την υπερβόλτα που μας περιγράφεις.

Άμα ρίξεις μια χήνα.


Ο Κούγκελμαςς έβγαλε το πορτοφόλι του. Να το δω και να μην το πιστέψω, είπε.

Ο Πέρσκυ έχωσε το χιλιάρικο στην τσέπη του παντελονιού του και τράβηξε για τη βιβλιοθήκη. Λοιπόν, ποια θες να σου φέρω; Την Αδελφή Κάρρυ; Την Έστερ Πράιν; Την Οφηλία; Καμιά του Σωλ Μπέλλοου; Έι, τι θα 'λεγες για την Τεμπλ Ντρέικ; Αν και γι' άντρα της ηλικίας σου, θα σε βγάλει μπι-ελ-αρ.

Γαλλίδα. Θέλω περιπέτεια με Γαλλίδα γκόμενα.

Τη Νανά;

Δε θέλω να της τα χώσω.


Τι λες για τη Νατάσσα του Πόλεμος και Ειρήνη;

Γαλλίδα είπα. Τη βρήκα! Τι θα 'λεγες για την Έμμα Μποβαρύ; Αυτή μου φαίνεται η τέλεια περίπτωση.

Έγινε, Κούγκελμαςς. Ρίξε μια στριγκλιά όταν φτάσεις στο αμήν.
Ο Πέρσκυ πέταξε μέσα ένα χαρτόδετο τόμο του μυθιστορήματος του Φλωμπέρ.

Είσαι βέβαιος ότι δεν κινδυνεύω; ρώτησ' ο Κούγκελμαςς καθώς ο Πέρσκυ άρχισε να κλείνει τα πορτόφυλλα της καμπίνας.

Δεν κινδυνεύεις! Υπάρχει κανείς που να μην κινδυνεύει σε τούτο τον τρελόκοσμο; Ο Πέρσκυ χτύπησε τρεις φορές ελαφρά το ντουλάπι και μετά άνοιξε απότομα διάπλατα την πόρτα.

Ο Κούγκελμαςς είχ' εξαφανιστεί. Την ίδια στιγμή, παρουσιαζόταν στην κρεβατοκάμαρα του Σαρλ και της Έμμα Μποβαρύ, στο σπίτι του ζεύγους στη Γιονβίλλ. Μπροστά του στεκόταν μια πανέμορφη γυναίκα. Ήταν μόνη της, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του και δίπλωνε κάτι λινά. Αυτό πια είν' απ' τ' απίθανα, σκέφτηκε ο Κούγκελμαςς, καρφωμένος στη γοητευτική σύζυγο του γιατρού. Πρόκειται για τρέλα. Εγώ εδώ. Αυτή, αυτή.

Η Έμμα γυρνάει ξαφνιασμένη. Μον Ντιέ, με τρομάξατε, λέει. Ποιος είστε; Μιλούσε με την ίδια εντάξει αγγλική μετάφραση του χαρτόδετου τόμου.

Εκείνος σκέφτηκε: Εδώ γίνεται η Αποκάλυψη. Ύστερα, συνειδητοποιώντας ότι αυτός ήταν το πρόσωπο στο οποίο είχε απευθυνθεί εκείνη, είπε: Συγγνώμη. Είμαι ο Σίντνυ Κούγκελμαςς. Είμ' απ' το Σίτυ Κόλλετζ. Διδάσκω εκεί φιλολογία. Στη Νέα Υόρκη; Στο κέντρο. Εγώ - μανούλα μου!

Η Έμμα Μποβαρύ χαμογέλασε σαγηνευτικά κι είπε: Θα πάρετε ένα ποτό; Ένα ποτηράκι κρασί, ίσως;

Ο Κούγκελμαςς σκέφτηκε: Είναι πανέμορφη. Τι τέλεια αντιδιαστολή με τον τρωγλοδύτη που 'χε παντρευτεί! Αισθάνθηκε ξαφνικό πόθο να πάρει στην αγκαλιά του αυτή την οπτασία και να της πει ότ' ήταν η γυναίκα που ονειρευόταν σ' όλη του τη ζωή.

Ναι, λίγο κρασάκι ναι, είπε βραχνά. Λευκό. Όχι, κόκκινο. Όχι, λευκό. Κάντε το λευκό.

Ο Σάρλ θα λείψει όλη μέρα, είπ' η Έμμα με τη φωνή όλο παιχνιδιάρικα υπονοούμενα.

Μετά το κρασί, βγήκανε για έναν περιπατάκο στην όμορφη γαλλική εξοχή. Πάντα ονειρευόμουνα ότι κάποιος μυστηριώδης ξένος θα παρουσιαζόταν και θα μ' έσωζε απ' τη μονοτονία αυτής της ηλίθιας βουκολικής πραγματικότητας, είπ' η Έμμα σφίγγοντάς του το χέρι. Προσπεράσανε ένα εκκλησάκι. Μ' αρέσουν τα ρούχα που φοράς, ψιθύρισε. Δεν έχω ξαναδεί όμοια εδώ γύρω. Είναι τόσο… τόσο μοντέρνα.

Λέγεται πρόχειρο κουστούμι, είπ' εκείνος ρομαντικά. Το πήρα στις εκπτώσεις. Απότομα τη φίλησε. Την επόμενη ώρα οι δυο τους γερνάνε κάτω από 'να δέντρο και ψιθυρίζανε ο ένας στον άλλο και λέγανε με τα μάτια πράματα βαθιά, όλο νόημα. Ύστερα ο Κούγκελμαςς ανακάθισε. Είχε θυμηθεί μόλις ότι είχε ραντεβού με τη Δάφνη στο Μπλουμινγκντέηλ. Πρέπει να πηγαίνω, της είπε. Μη στενοχωριέσαι όμως, θα ξαναγυρίσω.

Το ελπίζω, είπ' η Έμμα.

Την αγκάλιασε με πάθος, κι οι δυο τους τράβηξαν για το σπίτι. Κράτησε το πρόσωπο της Έμμας μες στις παλάμες του, την ξαναφίλησε κι ούρλιαξε: Οκέυ, Πέρσκυ! Πρέπει να 'μαι στο Μπλουμινγκντέηλ κατά τις τρεισήμισι!

Μ' ένα ευκρινές ποπ, ο Κούγκελμαςς ξαναβρέθηκε στο Μπρούκλυν.

Λοιπόν; Σε κορόιδευα ,ε; ρώτησε ο Πέρσκυ θριαμβευτικά.

Άκου Πέρσκυ, προς το παρόν έχω αργήσει στο ραντεβού με το κάτεργο της ζωής μου στη Λέξινγκτον Άβενιου, αλλά πότε μπορώ να ξαναπάω; Αύριο;

Με τις ευλογίες μου. Φέρ' το εικοσαδόλαρο εσύ κι άσ' το σε μένα. Και κοίτα μη σου ξεφύγει πουθενά.

Ναι, θα πάρω το Ρούπερτ Μάρντοχ
[2].

Ο Κούγκελμαςς άρπαξ' ένα ταξί κι έφυγε βιαστικά για την πόλη. Η καρδιά του χόρευε σ' αναμμένα κάρβουνα. Είμ' ερωτευμένος, σκεφτότανε, και κατέχω κι ένα μυστικό υπέροχο. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι την ίδια στιγμή ακριβώς μαθητές σε χίλιες σχολικές αίθουσες απ' τη μια άκρη της χώρας στην άλλη λέγανε στους καθηγητές τους: Ποιος είναι αυτός ο τύπος στη σελίδα 100; Ένας φαλάκρας Εβραίος φιλάει τη Μαντάμ Μποβαρύ; Ένας δάσκαλος στο Σιού Φωλλς της Νότιας Ντακότας, αναστέναξε και σκέφτηκε: Αχ, Θεέ μου, τι παιδιά, με την άσπρη και το LSD τους. Τι φτάσανε να φαντάζονται!

Η Δάφνη Κούγκελμαςς βρισκότανε στο τμήμα αξεσουάρ μπάνιου του Μπλουμινγκντέηλ, όταν κατέφτασε ο Κούγκελμαςς λαχανιασμένος: Πού γύρναγες; του πέταξε. Τεσσερισήμισι είναι.

Έμπλεξα με την κίνηση,
είπ' ο Κούγκελμαςς.

Ο Κούγκελμαςς επισκέφτηκε την επομένη τον Πέρσκυ, και σε λίγα λεπτά ξαναβρισκόταν ταχυδακτυλουργικά στη Γιονβίλλ. Η Έμμα δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή της που τον ξανάβλεπε. Οι δυο τους περάσανε μαζί ώρες, γελώντας και συζητώντας για τις διαφορετικές ζωές τους. Πριν φύγει ο Κούγκελμαςς, κάνανε έρωτα. Θεούλη μου, το κάνω με τη Μαντάμ Μποβαρύ! μουρμούρισε μόνος του ο Κούγκελμαςς. Εγώ, που 'μεινα αγγλικά στο πρώτο.

Οι μήνες περνούσανε, ο Κούγκελμαςς επισκεπτόταν συχνά τον Πέρσκυ και δημιούργησε μια στενή και παράφορη σχέση με την Έμμα Μποβαρύ. Φρόντιζε πάντα να με χώνεις στο βιβλίο πριν τη σελίδα 120, είπε μια μέρα ο Κούγκελμαςς στο μάγο. Πρέπει να τη συναντάω πάντα πριν μπλέξει με κείνο τον τύπο, το Ροδόλφο.

Γιατί;
ρώτησ' ο Πέρσκυ. Δεν μπορείς να του τη φέρεις;

Να του τη φέρω; Αυτός είναι τσιφλικάς, γαλαζοαίματος. Τέτοιοι τύποι φλερτάρουνε είκοσι τέσσερις ώρες το εικοστετράωρο, κι όλο ιππασίες σου 'ναι και τα παρόμοια. Για μένα, είναι σαν εκείνες τις φάτσες που βλέπεις στις σελίδες στα γυναικεία περιοδικά. Με κούρεμα Χέλμουτ Μπέργκερ. Για κείνη όμως, είναι κελεπούρι.


Κι ο άντρας της δεν υποψιάζεται τίποτα;

Αυτός, πέρα βρέχει. Αυτός είν' ένας κακομοίρης γιατρουδάκος που 'χει πέσει πάνω και στο πρώτο ηφαίστειο. Αυτός ετοιμάζεται να πάει για ύπνο στις δέκα, κι εκείνη φοράει τα γοβάκια του χορού. Τι να σ' τα λέω τώρα… Αριβεντέρτσι προς το παρόν.


Και γι' άλλη μια φορά ο Κούγκελμαςς μπήκε στην καμπίνα και μονοστιγμής βρέθηκε στην έπαυλη των Μποβαρύ στη Γιονβίλλ. Τι κάνει το ζουζουνάκι μου; είπε στην Έμμα.

Αχ, Κούγκελμαςς, αναστέναξε η Έμμα. Τι τραβάω, η καρδούλα μου το ξέρει. Χτες βράδυ, την ώρα του δείπνου, η Προσωπικότης το 'ριξε στον ύπνο στη μέση του επιδορπίου. Εμένα καίγετ' η ψυχή μου για το Μαξίμ και το μπαλέτο, και στα καλά του καθουμένου εισπράττω ροχάλισμα.

Ησύχασε, γλύκα μου. Εγώ 'μαι τώρα εδώ,
είπε ο Κούγκελμαςς αγκαλιάζοντάς την. Τ' αξίζω, σκεφτότανε, ενώ μύριζε το γαλλικό άρωμα, της Έμμας, με το πρόσωπό του βυθισμένο στα μαλλιά της. Αρκετά υπέφερα. Αρκετά κατέθεσα στους ψυχαναλυτές. Έψαξα μέχρι εξαντλήσεως. Είναι νέα κι ώριμη, και να 'μαι μαζί της μερικές σελίδες μετά το Λεόν και πριν το Ροδόλφο. Με το να παρουσιαστώ στα κατάλληλα κεφάλαια, μπήκα σφήνα στην κατάσταση.

Η Έμμα, μην αμφιβάλετε, ήταν το ίδιο ευτυχισμένη με τον Κούγκελμαςς. Διψούσε ως τότε για συγκινήσεις, κι οι διηγήσεις του για τη νυχτερινή ζωή του Μπρόντγουαιη, για σπορ αμάξια και Χόλλυγουντ κι αστέρια της Τιβί, συναρπάζανε τη νεαρή Γαλλίδα καλλονή.

Πες μου πάλι για τον Ο.Ζ. Σίμπσον, τον ικέτευε εκείνο τ' απόγευμα, καθώς το ζευγάρι σουλάτσαρε κοντά στην εκκλησία του Αββά Μπουρνιζιέν.

Τι να πω άλλο; Ο τύπος είναι κι ο πρώτος. Τα 'χει διαλύσει όλα τα ρεκόρ. Μέγας τριπλαδόρος. Άπιαστος .

Και τα Όσκαρ;
είπ' η Έμμα με καημό, θα 'δινα τα πάντα να κερδίσω ένα.

Πρώτα πρέπει να προταθείς.

Το ξέρω. Μου τα 'χεις εξηγήσει όλα. Εγώ όμως είμαιπεπεισμένη ότι μπορώ να γίνω ηθοποιός. Βέβαια, θα 'θελα να πάρω κάνα δυο μαθήματα. Με το Στράσμπεργκ ίσως. Μετά, αν έβρισκα τον κατάλληλο μάνατζερ -

Θα δούμε, θα δούμε. Θα μιλήσω στον Πέρσκυ


Εκείνο το βράδυ, όταν ο Κούγκελμαςς γύρισε σώος στο διαμέρισμα του Πέρσκυ, έριξε την ιδέα να φέρουν την Έμμα να τον επισκεφτεί στη μεγαλούπολη.

Άσε να το σκεφτώ λίγο, είπ' ο Πέρσκυ. Ίσως τα καταφέρω. Έχουνε γίνει και πιο τρελά πράματα. Βέβαια, αμφότεροι δεν ήταν σε θέση να σκεφτούνε τίποτα πιο τρελό.

Πού στο διάλο μου χάνεσαι συνέχεια; γάβγισε η Δάφνη |Κούγκελμαςς στο σύζυγό της όταν αυτός γύρισε αργά σπίτι εκείνο το βράδυ. Μπας κι έχεις εγκαταστήσει καμιά καθαρή πουθενά;

- Ναι, απ' αυτούς είμαι, είπ' ο Κούγκελμαςς βαριεστημένα. Ήμουνα με το Λέναρτ Πόπκιν. Αναλύαμε τη σοσιαλιστική γεωργία στην Πολωνία. Τον ξέρεις δα τον Πόπκιν. Όλο γι' αυτό το θέμα μιλάει.

Τι να σου πω, πολύ παράξενος μου 'χεις γίνει τελευταίως
, είπ' η Δάφνη. Απόμακρος. Ένα σου λεω, κοίτα να μην ξεχάσεις τα γενέθλια του πατέρα μου. Το Σάββατο είναι.

Ναι, ναι, μην ανησυχείς,
είπ' ο Κούγκελμαςς τραβώντας για το μπάνιο.

Θα 'ναι όλο μου το σόι. Θα 'ναι και τα δίδυμα. Κι ο ξάδελφός μου ο Χάμις. Πρέπει να φέρεσαι πιο ευγενικά στο Χάμις - σε συμπαθεί.

Μάλιστα, τα δίδυμα,
είπ' ο Κούγκελμαςς κλείνοντας την πόρτα του μπάνιου και σβήνοντας μαζί τον ήχο της φωνής της γυναίκας του. Έγειρε πάνω στην πόρτα και πήρε βαθιά ανάσα. Σε λίγες ώρες, συλλογίστηκε, θα βρισκόταν πάλι στη Γιονβίλλ, πάλι, πάλι με την αγαπημένη του. Κι αυτή τη φορά, αν πηγαίνανε όλα καλά, θα 'φερνε την Έμμα πίσω, μαζί του.

Στις τρεις και τέταρτο τ' άλλο απόγευμα, ο Πέρσκυ ξανάκανε τα μαγικά του. Ο Κούγκελμαςς παρουσιάστηκε μπρος στην Έμμα, χαμογελαστός κι ανυπόμονος. Οι δυο τους πέρασαν μερικές ώρες στη Γιονβίλλ με τον Μπινέ και μετά ξανανέβηκαν στην άμαξα των Μποβαρύ. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Πέρσκυ, σφίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, κλείσανε τα μάτια, και μέτρησαν ως το δέκα. Όταν άνοιξαν τα μάτια, η άμαξα σταμάταγε στην πίσω πόρτα του Πλάζα Χοτέλ, όπου ο Κούγκελμαςς, πολύ οπτιμιστικά, είχε κλείσει απ' το πρωί μια σουίτα.

Κοντεύω να τρελαθώ! Είναι υπέροχα, όπως τ' ονειρευόμουνα, είπ' η Έμμα και στροβιλιζόταν ευτυχισμένη στην κρεβατοκάμαρα, αγναντεύοντας την πόλη απ' το παράθυρό τους. Να το Φ.Α.Ο. Σουώρτς[3]. Κι εκεί το Σέντραλ Πάρκ, και το Σέρρυ[4] ποιο είν' απ' όλα; Α, να το -το 'δα. Είναι καταπληκτικό.
Πάνω στο κρεβάτι βρήκε κουτιά απ' του Χάλστον και του Σαν Λωράν. Η Έμμα ξετύλιξε ένα πακέτο και κοίταξε πώς της πάει ένα μαύρο βελούδινο παντελόνι, κρατώντας το μπροστά στο τέλειο σώμα της.

Το ανσάμπλ με το παντελόνι είναι του Ραλφ Λώρην, είπ' ο Κούγκελμαςς. Θα σε κάνει την πρώτη γκόμενα. Άντε, γατούλα μου, νομίζω πως τ' αξίζω ένα φιλάκι.

Ποτέ δεν ήμουνα πιο ευτυχισμένη! τσίριξε η Έμμα καθώς στεκόταν μπρος στον καθρέφτη. Ας βγούμε, πάμε στην πόλη. Θέλω να δω το Κόρους Λάιν και το μουσείο Γκούγκενχαϊμ κι εκείνο το μάγκα τον Τζακ Νίκολσον που μου κοπανάς συνέχεια. Παίζεται κανένα απ' τα καλά του;

Μου 'χει φύγει το καφάσι, έλεγε ένας καθηγητής στο Στάνφορντ. Πρώτα ένας περίεργος τύπος ονόματι Κούγκελμαςς, τώρα η κυρία την κοπάνησε απ' το βιβλίο. Ε, φαίνεται ότι με τα κλασικά έργα έτσι γίνεται: Μπορείς να το ξαναδιαβάζεις χίλιες φορές και ν' ανακαλύπτεις πάντα κάτι καινούριο.

Οι εραστές πέρασαν ένα γουηκέντ στα σύννεφα. Ο Κούγκελμαςς είχε πει στη Δάφνη ότι θα λείψει σ' ένα συνέδριο στη Βοστώνη κι ότι θα γυρίσει τη Δευτέρα. Απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, αυτός κι η Έμμα πήγανε σινεμαδάκια, φάγανε στην Τσαϊνατάουν, περάσανε δυο ώρες σε μια ντισκοτέκ, και κοιμηθήκανε παρακολουθώντας ένα έργο στην Τιβί. Κοιμηθήκανε ως το μεσημέρι της Κυριακής, κάνανε τη βόλτα τους στο Σόχο, και κοιτάξανε ξελιγωμένα διασημότητες στο Ηλέιν'ς. Παραγγείλανε χαβιάρι και σαμπάνια στη σουίτα τους το βράδυ της Κυριακής και κουβεντιάζανε μέχρι τα χαράματα. Εκείνο το πρωινό, μες στο ταξί που τους πήγαινε στο διαμέρισμα του Πέρσκυ, ο Κούγκελμαςς σκεφτότανε: Είχε ξεθεωθεί, αλλά χαλάλι. Δεν μπορώ να τη φέρνω εδώ πολύ συχνά, για πού και πού όμως θα Άναι ευχάριστο κοντράστ με τη Γιονβίλλ.

Στου Πέρσκυ, η Έμμα σκαρφάλωσε στο ντουλάπι, τακτοποίησε προσεκτικά γύρω της τα πακέτα με τα καινούρια της φορέματα, και φίλησε τον Κούγκελμαςς τρυφερά. Σε μένανε την άλλη φορά, είπε μ' ένα κλείσιμο του ματιού. Ο Πέρσκυ χτύπησε τρεις φορές πάνω στην καμπίνα. Τίποτα δεν έγινε.

Χμμ, είπ' ο Πέρσκυ, ξύνοντας το κεφάλι του. Ξαναχτύπησε, το τρικάκι όμως δεν έπιανε. Κάτι πρέπει να 'ναι λάθος, μουρμούρισε.

Πέρσκυ, θ' αστειεύεσαι! φώναξε ο Κούγκελμαςς. Είναι δυνατό να μη δουλεύει;

Ηρέμησε, ηρέμησε. Ακόμα είσαι μες στο κουτί, Έμμα;

Ναι.


Ο Πέρσκυ ξαναβάρεσε - δυνατότερα αυτή τη φορά.

Εδώ είμ' ακόμα, Πέρσκυ.

Το ξέρω, χρυσή μου. Μην κουνιέσαι καθόλου.

Πέρσκυ, πρέπει να τη στείλω πίσω!
ψιθύρισε ο Κούγκελμαςς. Είμαι παντρεμένος άνθρωπος, κι έχω μάθημα σε τρεις ώρες. Δεν είμαι προετοιμασμένος για τίποτα περισσότερο από 'να διακριτικό δεσμό προς το παρόν.

Δεν το καταλαβαίνω,
μουρμούρισε ο Πέρσκυ. Πιάνει πάντα αυτό το τρικάκι.

Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτα. Θα μου πάρει λίγη ώρα, είπε στον Κούγκλεμαςς. Θα το λύσω τελείως το μηχάνημα. Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα.

Ο Κούγκελμαςς στοίβαξε την Έμμα σ' ένα ταξί και την ξαναπήγε στο Πλάζα. Στο τσακ πρόλαβε το μάθημά του. Έφαγε όλη του τη μέρα τηλεφωνώντας, πότε στον Πέρσκυ πότε στη μαιτρέσσα του. Ο μάγος του 'πε ότι ίσως χρειαζόντουσαν κάμποσες μέρες για να βρει τη βλάβη.

Πώς ήταν στο συνέδριο; τον ρώτησε εκείνο το βράδυ η Δάφνη.

Υπέροχα, υπέροχα, είπ' εκείνος, ανάβοντας ένα τσιγάρο απ' τη μεριά του φίλτρου.

Τι συμβαίνει; Είσ' ανήσυχος σαν γάτα..

Εγώ; Χα, ας γελάσω. Είμαι ήρεμος σαν καλοκαιριάτικη νύχτα. Θα βγω απλώς να πάω μια βολτίτσα.
Βγήκε περπατώντας ήρεμα απ' το σπίτι, άρπαξε ένα ταξί, και τράβηξε γραμμή για το Πλάζα.

Μεγάλη αναποδιά, είπ' η Έμμα. Ο Σάρλ θα με ψάχνει.

Θα τ' αντέξουμε μαζί όλα, γλυκιά μου
, είπ' ο Κούγκελμαςς. Ήταν χλομός και κάθιδρος. Την ξαναφίλησε, φουλάρησε ως τ' ασανσέρ, έβαλε τις φωνές στον Πέρσκυ από 'ναν τηλεφωνικό θάλαμο στη ρεσεψιόν του Πλάζα, και κατάφερε με χίλια βάσανα να φτάσει σπίτι πριν τα μεσάνυχτα.

Κατά τον Πόπκιν, οι τιμές του κριθαριού στην Κρακοβία ουδέποτε ήταν τόσο σταθερές όσο σήμερα, απ' το 1971 και εντεύθεν, είπε στη Δάφνη, και χαμογελούσε ασθενικά καθώς χωνότανε στο κρεβάτι.

Ολόκληρη η βδομάδα πέρασε στο ίδιο στιλ.

Το βράδυ της Παρασκευής, ο Κούγκελμαςς είπε στη Δάφνη ότι γινότανε κι ένα άλλο συνέδριο και θα πήγαινε, αυτή τη φορά στις Συρακούσες. Πήγε γραμμή στο Πλάζα, αλλά το δεύτερο γουηκέντ δεν είχε καμιά σχέση με το πρώτο. Ξαναβάλε με στο μυθιστόρημα ή παντρέψου με, είπε η Έμμα στον Κούγκελμαςς. Εντωμεταξύ, θέλω να πιάσω μια δουλειά ή να σπουδάσω τίποτα, γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη διάλυση απ' το να παρακολουθείς Τιβί όλη μέρα.

Θαύμα, μας χρειάζονται και τα λεφτά, είπ' ο Κούγκελμαςς. Ξοδεύεις δυο φορές το βάρος σου σε ρουμ σέρβις.

Γνώρισα έναν παραγωγό, εκτός Μπρόντγουαιη βέβαια, χτες στο Σέντραλ Παρκ, κι είπε ότι μπορεί να του 'κανα σ' ένα πρόγραμμα που 'χει,
είπε η Έμμα.

Ποιος είν' αυτός ο καραγκιόζης; ρώτησε ο Κούγκελμαςς.

Δεν είναι καραγκιόζης. Είναι πολύ ευαίσθητος και καλός και χαριτωμένος. Τον λένε Τζεφφ Ταδεδείνα, κι είν' υποψήφιος για το βραβείο Τόνυ.

Αργότερα εκείνο τ' απόγευμα, ο Κούγκελμαςς εμφανίστηκε στου Πέρσκυ πιωμένος.

Ηρέμησε, του 'πε ο Πέρσκυ. Πας για εμφραγματάκι.

Ηρέμησε. Ο κύριος λέει να ηρεμήσουμε. Εδώ έχω εγκαταστήσει ένα φανταστικό πρόσωπο σε δωμάτιο ξενοδοχείου κι η γυναίκα μου με παρακολουθεί με ντέτεκτιβς.

Οκέυ, οκέυ. Το ξέρουμε ότι υπάρχει πρόβλημα.
Ο Πέρσκυ σούρθηκε κάτω απ' την καμπίνα κι άρχισε να βαράει κάτι μ' ένα μεγάλο κλειδί.

Έχω γίνει θηρίο ανήμερο, συνέχισε ο Κούγκελμαςς. Γλιστράω σαν τον κλέφτη παντού, και με την Έμμα έχουμε σκυλοβαρεθεί ο ένας τον άλλο μέχρις εκεί που δεν παίρνει. Για να μην πω για τη λυπητερή του ξενοδοχείου που πλησιάζει τα κονδύλια του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης.

Τι θες λοιπόν να κάνω; Αυτά τα 'χει ο μαγικός μας κόσμος,
είπ' ο Πέρσκυ. Όλα δουλεύουν μ' ανεπαίσθητες διαφορές.
Ανεπαίσθητες, το μάτι μου. Εδώ ρέει καταρράκτης η Ντομ Περινιόν, και να το μαύρο χαβιαράκι που καταπίνει το ποντικάκι σου, άσε την γκαρνταρόμπα της, άσε που γράφτηκε στο θεατράκι της γειτονιάς και μου θέλει ξαφνικά επαγγελματικές φωτογραφίες. Κι από πάνω, κύριε Πέρσκυ, ο καθηγητής Φίβις Κόπκηντ που κάνει Συγκριτική Λογοτεχνία, και που με ζήλευε ανέκαθεν, με αναγνώρισε ως σποραδικώς εμφανιζόμενο, χαρακτήρα στο έργο του Φλωμπέρ. Απειλεί να το αποκαλύψει στη Δάφνη. Βρίσκομαι προ του φάσματος της χρεωκοπίας και της διατροφής. Προ της φυλακής. Αν συλληφθώ για μοιχεία με τη Μαντάμ Μποβαρύ, η γυναίκα μου θα με καταντήσει ζητιάνο.

Τι περιμένεις να σου πω; Δουλεύω μέρα νύχτα να το φτιάξω. Τώρα για τις διαστάσεις που 'χει πάρει το άγχος σου, εγώ σηκώνω τα χέρια. Είμαι μάγος, όχι ψυχαναλυτής.

Προς τ' απόγευμα της Κυριακής, η Έμμα είχε κλειδωθεί στο μπάνιο κι αρνιότανε ν' απαντήσει στις ικεσίες του Κούγκελμαςς. Ο Κούγκελμαςς αγνάντευε απ' το παράθυρο την πίστα του πατινάζ και σκεφτότανε την αυτοκτονία. Κρίμα που 'μαι σε χαμηλό πάτωμα, ειδαλλιώς θα το 'κανα επιτόπου. Κι αν την κοπάναγα για την Ευρώπη και ξανάρχιζα τη ζωή μου απ' την αρχή… Ίσως να γινόμουν εφημεριδοπώλης, να πουλάω την Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν, όπως κάνανε ένα σωρό κοριτσάκια.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Κούγκελμαςς το σήκωσε μηχανικά.

Φέρ' τηνα, είπ' ο Πέρσκυ, Νομίζω πως το τακτοποίησα το μαραφέτι.

Η καρδιά του Κούγκελμαςς σκίρτησε. Μιλάς σοβαρά; είπε. Του 'δωσες και κατάλαβε;

Κάτι γινότανε με το μεταδότη. Πού να περάσει απ' το μυαλό μου.

Πέρσκυ, είσαι μεγαλοφυΐα. Είμαστ' εκεί στο άψε σβήσε. Σε λιγότερο.


Γι' άλλη μια φορά οι εραστές έσπευσαν στο διαμέρισμα του μάγου, και γι' άλλη μια φορά η Έμμα Μποβαρύ σκαρφάλωσε στην καμπίνα με τα πακέτα της. Αυτή τη φορά δεν υπήρξε φιλί. Ο Πέρσκυ έκλεισε τα πορτόφυλλα, πήρε βαθιά ανάσα, και χτύπησε το ντουλάπι τρις. Ακούστηκε εκείνο το καθησυχαστικό ποπ, κι όταν ο Πέρσκυ κοίταξε με τρόπο μέσα, το κουτί ήταν άδειο. Η Μαντάμ Μποβαρύ είχε ξαναγυρίσει στο μυθιστόρημά της. Ο Κούγκελμαςς εξέβαλε μέγα αναστεναγμό ανακουφίσεως και κόντεψε να ξεκολλήσει το χέρι του μάγου απ' τη χαρά του.

Αυτό ήτανε, είπε. Το 'μαθα το μάθημά μου. Αν ξανακερατώσω τη γυναίκα μου, να μου κοπεί το χέρι, όρκο κάνω. Ξαναταρακούνησε το χέρι του Πέρσκυ και σημείωσε στο μυαλό του να του στείλει καμιά γραβατίτσα δώρο.

Τρεις βδομάδες αργότερα, προς το τέλος ενός υπέροχου ανοιξιάτικου απογεύματος, ο Πέρσκυ άκουσε το κουδούνι της πόρτας του να χτυπάει. Ήταν ο Κούγκελμαςς, με μια ντροπαλή έκφραση στο πρόσωπό του.

Οκέυ, Κούγκελμαςς, είπ' ο μάγος. Τι τρέχει πάλι;

Ήρθα για μια τελευταία μικροχάρη, είπ' ο Κούγκελμαςς. Είναι τόσο θαυμάσιος ο καιρός, κι εγώ δεν είμαι πια παιδάκι, φοβάμαι ότι γερνάω. Άκου, έχεις υπόψη σου την Πάθηση του Πορτνόυ; Θυμάσαι τη Μαϊμού;

Η τιμή μου τώρα είναι είκοσ' πέντε δολάρια, εξαιτίας του πληθωρισμού, ξέρεις, αλλά σου χαρίζω το πρώτο ταξιδάκι δωρεάν, γιατί σε ταλαιπώρησα την τελευταία φορά.

Είσαι φίλος,
είπ' ο Κούγκελμαςς τακτοποιώντας τις λίγες τρίχες που του 'χαν μείνει στο κεφάλι, ενώ ξανασκαρφάλωνε στο ντουλάπι. Δε θα 'χουμε προβλήματα αυτή τη φορά, ε;

Το ελπίζω. Αν και δεν το 'χω πολυχρησιμοποιήσει μετά το τελευταίο δυσάρεστο συμβάν.


Σέξ κι αίσθημα, είπ' ο Κούγκελμαςς από μέσα απ' το κουτί. Τι τραβάμε για ένα ωραίο μουτράκι.

Ο Πέρσκυ πέταξε μέσα έν' αντίτυπο της Πάθησης του Πορτνόυ και χτύπησε τρεις φορές στο ταβάνι της καμπίνας. Αυτή τη φορά αντί για το γνωστό ποπ, ακούστηκε μια πνιχτή έκρηξη που την ακολούθησε μια σειρά σπινθηρίσματα και μια βροχή αστεράκια. Ο Πέρσκυ πήδησε προς τα πίσω, τον βάρεσε μια καρδιακή, κι έμεινε στον τόπο. Η καμπίνα τυλίχτηκε από φλόγες, και τελικά ολόκληρο το σπίτι αποτεφρώθηκε.

Ο Κούγκελμαςς, ανυποψίαστος για την καταστροφή, είχε τα δικά του προβλήματα. Δεν είχε χωθεί στην Πάθηση του Πορτνόυ, ούτε σε κάν' άλλο μυθιστόρημα, αν θέλετε να μάθετε. Είχε εκτοξευτεί μέσα σ' ένα παλιό εγχειρίδιο, με τον τίτλο Επαναλήψεις Ισπανικών, κι έτρεχε να σώσει τη ζωή του πάνω σ' ένα γυμνό, βραχώδες έδαφος γιατί η λέξη tener (έχω) - ένα τεράστιο και μαλλιαρό ανώμαλο ρήμα - τον κυνηγούσε ανελέητα με τα κοκαλιάρικα πόδια του.
---
μτφρ. Σωτήρης Κακίσης
---
Σημειώσεις

1. KNIGHTS of Pythias: Φιλανθρωπική αδελφότητα στην Αμερική.
2. O ιδιοκτήτης της New York Post, φύλλου ειδικού στα σκάνδαλα.
3. Μέγα κατάστημα παιχνιδιών.
4. (Τhe) - Sherry Netherlands: Ξενοδοχείο που χρησιμοποιούν οι σταρ.
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

... ο Λιάπης και το κεφάλι του ψαριού ...

*
Νίκος Μπογιόπουλος
***
*
Το εργοστάσιο
που βγάζει "Λιάπηδες"


Με αφορμή την υπόθεση Λιάπη, την επαναφορά της υπόθεσης των ναυπηγείων, τα όσα προέκυψαν με τα πόθεν έσχες βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, η συζήτηση γενικεύτηκε. Η προσπάθεια που γίνεται από τα θεωρεία της κατεστημένης σκέψης και από τα παπαγαλάκια τους στα ΜΜΕ, είναι να περιχαρακώσουν τη συζήτηση σε μια πολύ βολική – για τους ίδιους – κατεύθυνση: Τα πολιτικά πρόσωπα, λένε, που πιάνονται στα πράσα να εκπροσωπούν τη λαμογιά, την αρπαχτή, τη διαπλοκή, την υποκρισία, την ανακολουθία, τον φαρισαισμό, τον εκμαυλισμό και τον ξεπεσμό, πρέπει να ελέγχονται, πρέπει να κρίνονται και πρέπει να κατακρίνονται. Με μια διαφορά: Ο έλεγχός τους – λένε - πρέπει να περιορίζεται, αυστηρά και μόνο, στο επίπεδο της «ατομικής» τους ευθύνης! Πρέπει, δηλαδή, να αντιμετωπίζονται ως «μεμονωμένες περιπτώσεις», ως «πρόσωπα», που ναι μεν μπορεί να εντοπίστηκε η ποιότητα του πολιτικού τους «ήθους», αλλά αυτό δεν αφορά, δεν εμπεριέχει ψόγο, «δεν αγγίζει» τα κόμματά τους και κυρίως δεν αγγίζει και δεν χαρακτηρίζει το σύστημα εξουσίας που υπηρετούν και από το οποίο προέρχονται!

Είμαστε οι τελευταίοι που λόγω της κατάντιας ορισμένων θα συνηγορήσουμε στη φασιστική θεωρία της «συλλογικής» ευθύνης. Όμως, ούτε και στο όνομα του δήθεν «αντιφασισμού» νοείται να οδηγηθούμε στην άλλη άκρη, στον τάχα μου «δημοκρατικό» παραλογισμό. Να επιτρέψουμε, δηλαδή, τον ακρωτηριασμό της σκέψης γύρω από τη διαλεκτική συνάφεια που συνδέει το πολιτικό σύστημα με τους εκπροσώπους του και τους εκπροσώπους του με το πολιτικό σύστημα. Να αγνοήσουμε τα συγκοινωνούντα δοχεία που συνδέουν μεταξύ τους τα τάδε ή δείνα κοσμοθεωρητικά πρόσημα με τούτες ή με εκείνες τις προσωπικές συμπεριφορές των «ταγών». Να πιστέψουμε, για παράδειγμα, ότι τα «τάγματα εφόδου» του ναζισμού συνιστούν το προϊόν της ατομικής ιδιοσυγκρασίας του ενός εκάστου εξ εκείνων που τα απαρτίζουν και ότι δεν έχουν καμία σχέση με τη ναζιστική κτηνωδία του εγκληματικού φορέα που τα συγκροτεί.

Αλήθεια: Το πώς δρα ο εκπρόσωπος του πολιτικού συστήματος, ή του πολιτικού φορέα, δεν συνιστά έκφραση και του τρόπου που λειτουργεί το πολιτικό σύστημα και ο πολιτικός φορέας που τον έχει στις τάξεις του; Αν ο κ.Λιάπης – ως γκροτέσκα εκδοχή του ζητήματος - δεν εκπροσωπεί τίποτα περισσότερο από τον εαυτό του, τότε ο «εαυτός» του πως προέκυψε; Η συμπεριφορά του δεν προέκυψε και ως απότοκο του πολιτικού συστήματος που επιδοτεί την αλαζονεία, τον ατομισμό, το αίσθημα ατιμωρησίας; Και τότε πως γίνεται μετά την κομματική διαγραφή του κάθε Λιάπη, ή του κάθε Τζοχατζόπουλου, η κοινωνία να έχει διαχρονικά να σου απαριθμήσει δέκα «λιαπιές» και άλλες δέκα «τσοχατζοπουλιές», που ξεφυτρώνουν από το ίδιο εργοστάσιο που βγάζει «Λιάπηδες» και διοικείται από «Τσοχατζόπουλους»;

Είναι άλλο πράγμα η ατομική ευθύνη, πάντα υπαρκτή και πάντα παρούσα, είναι άλλο πράγμα το επιβεβλημένο της μέγιστης απαξίας και της αμείλικτης τιμωρίας που ταιριάζει στον κάθε άθλιο, και είναι άλλο πράγμα η προσχηματική επίκληση της ατομικής ευθύνης που επιδιώκει να την μετατρέψει σε αλεξικέραυνο για να βγαίνει «λάδι» η πολιτική ευθύνη. Δηλαδή (και για να πάμε λίγο πιο πέρα από το σαχλαμαροειδές κατάντημα του Λιάπη), τι θέλουν να μας πουν;

* Πώς η υπόθεση των υποκλοπών επί Τόμπρα συνιστούσε προϊόν «ατομικής ευθύνης» και όχι πολιτικό σκάνδαλο συστημικού χαρακτήρα;

* Ότι η υπόθεση Κοσκωτά συνιστούσε προϊόν «ατομικής ευθύνης» και όχι πολιτικό σκάνδαλο συστημικού χαρακτήρα;

* Ότι η φούσκα του χρηματιστηρίου συνιστούσε προϊόν «ατομικής ευθύνης» και όχι πολιτικό σκάνδαλο συστημικού χαρακτήρα;

* Ότι η υπόθεση με τα Βατοπέδια συνιστούσε προϊόν «ατομικής ευθύνης» και όχι πολιτικό σκάνδαλο συστημικού χαρακτήρα;

Οι «κουμπάροι» και οι «Πανάγοι», τα παραεκκλησιαστικά του Βαβύλη, τα παραδικαστικά, τα «διπύθμενα» και τα μονοπύθμενα, τα δομημένα και… αδόμητα ομόλογα, τα υποβρύχια, οι επόμενες υποκλοπές στο τρίγωνο περί την αμερικάνικη πρεσβεία, τα «κότερα», τα «αναψυκτήρια», τα «φρουτάκια», οι χαμένοι φάκελοι της «Φαράν», τα DVD των βιντεοκομιστών, οι «εθνικοί εργολάβοι» και οι «εθνικοί νταβατζήδες», οι «Goldman Sachs» τι συνιστούν; Είναι προϊόντα «ατομικών ευθυνών» και όχι πολιτικά σκάνδαλα συστημικού χαρακτήρα;

Αλήθεια: Η υπόθεση της «Ζήμενς», που λάδωνε σε 160 χώρες του ΟΗΕ, τι είναι; Η «Ζήμενς»… γοητεύτηκε από την προσωπικότητα του Τσουκάτου και του Μαντέλη, και όχι από την ιδιότητά τους; Ο Τσουκάτος και ο Μαντέλης, ο Τσοχατζόπουλος και ο Κάντας, δεν πρέπει να καταγραφούν ως κομματικά, ως κυβερνητικά, ως κρατικά στελέχη και αξιωματούχοι, αλλά ως... «ιδιώτες» που παραστράτησαν; Δηλαδή τα κόμματά τους, η πολιτική των κομμάτων τους, τα καπιταλιστικά συμφέροντα που υπηρετούν τα κόμματά τους, η ταξική πυξίδα των κομμάτων τους, οι κεντρικές επιτροπές των κομμάτων τους, τα υπουργικά συμβούλια των κομμάτων τους, οι πρόεδροι των κομμάτων τους και οι πρωθυπουργοί των κομμάτων τους «ουδεμία πολιτική ευθύνη φέρουν»; Με άλλα λόγια, αν ο Χριστοφοράκος πήγε και παρέδωσε το 1 εκατομμύριο στον Τσουκάτο, δεν πήγε γιατί ο Τσουκάτος ήταν το «δεξί χέρι» του τότε πρωθυπουργού και ο κομματικός «δερβέναγας» μιας κυβέρνησης που υπέγραφε τις «δουλειές» με τη «Ζήμενς»; Πήγε γιατί ο Τσουκάτος ήταν γοητευτικός; Αν η «Ζήμενς» έδινε «πεντακοσάρικα» στον Μαντέλη, δεν ήταν γιατί ο εν λόγω κύριος ήταν όχι μόνο υπουργός Μεταφορών, αλλά και γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή το «Νο 2» της κυβερνητικής πυραμίδας του «εκσυγχρονισμού»; Δηλαδή, τι θέλουν να μας πουν; Ότι δεν είναι υπόλογη η «γοητεία» που ασκεί στις πολυεθνικές η πολιτική των κομμάτων του Τσουκάτου και του Μαντέλη! Ότι υπόλογη είναι – τάχα - η «γοητεία» που ασκούν στις πολυεθνικές τα... ατομικά χαρίσματα των Τσουκάτων και των Μαντέληδων!

Οσο πιο σαχλό είναι το κατάντημα κάποιου «δικού τους», τόσο περισσότερο προσπαθούν να αξιοποιήσουν την ίδια αυτή σάχλα για να μας κλείσουν τα μάτια. Προσπαθούν μέσα από την θεωρία της «ιδιωτικοποίησης» της πολιτικής ευθύνης να μας οδηγήσουν στην «ιδιωτεία», τουτέστιν στον κρετινισμό. Είναι πολύ βολικό γα το σύστημά τους, κάθε φορά που εντοπίζεται να «κλέπτει οπώρας», να μας λένε ότι αν υπάρχει ενοχή (σσ: που δεν έχουν προλάβει να την συγκαλύψουν και να την κουκουλώσουν), τότε αυτή δε συνίσταται παρά στην... ατελή φύση του ανθρώπινου είδους, που μερικούς τους μετατρέπει σε «αρπάχτρες», άλλους σε «χατζατζάρηδες» κι άλλους σε «ιησουίτες».

Ζητούμε ειλικρινά συγγνώμη που «δεν βολευόμαστε» με αυτή την εξήγηση. Πέραν της ατελούς ανθρώπινης φύσης, εμείς θα επιμένουμε σε όλα αυτά να βλέπουμε την προφανή συνάφεια μεταξύ των προσώπων και του συστήματος που γαλουχεί τέτοια πρόσωπα. Στην υποκριτική απόσταση μεταξύ λόγων και έργων του ενός εκάστου, να βλέπουμε την συλλογική απόσταση μεταξύ λόγων και έργων εκείνης της πολιτικής και κομματικής πυραμίδας που συμβιώνει με τέτοιες ατομικές συμπεριφορές. Και φυσικά σε επίπεδο οικονομικής και πολιτικής κοινωνικής συγκρότησης, να βλέπουμε στις ατομικές συμπεριφορές των «από πάνω» την έκφραση ενός συστήματος που είναι θεμελιωμένο πάνω στην ύψιστη και «αγοραία» αρχή του: Την αρχή του ανεξέλεγκτου και «καπάτσου» ισχυρού. Του ιδιώτη «καπάτσου»- ισχυρού. Του ιδιοκτήτη «καπάτσου»– ισχυρού. Του καπιταλιστή «καπάτσου»– ισχυρού. Του πολιτικού «καπάτσου»– ισχυρού. Του χαλίφη «καπάτσου»– ισχυρού. Και του επίδοξου «καπάτσου» χαλίφη που θέλει να γίνει εκείνος ο ανεξέλεγκτος «καπάτσος» ισχυρός.

Διευκρίνιση (αναγκαία καθότι κυκλοφορούν ορισμένοι σεσημασμένοι πλαστογράφοι της… πινακίδας της σκέψης των άλλων): Δεν λέμε ότι όποιος έχει αυτή ή την άλλη ιδεολογική ή πολιτική τοποθέτηση, δεν λέμε ότι όποιος είναι μέλος αυτής ή της άλλης κοινωνικής τάξης, είναι αυτόχρημα «μπαγάσας» ή αυτόχρημα «άγγελος». Λέμε για τους «από πάνω», τους εντολοδότες και εντολοδόχους των μηχανισμών ενός συστήματος που η ιστορία του είναι η ιστορία της κρίσης του. Η ιστορία της φθοράς και της διαφθοράς του. Που «μεγαλουργεί» και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: Από τα εγχώρια μπουμπούκια μέχρι τους Άγγλους ευγενείς με τα πλαστά πιστοποιητικά «λόρδου» και από τις μίζες του Κολ μέχρι τη δυσωδία ολόκληρης της Κομισιόν επί Σαντέρ. Και που συχνά – πυκνά, για να «εξευμενίζει», να «ακινητοποιεί» και να παραμυθιάζει τους «από κάτω», φτάνει να επικαλείται την ίδια την χρεοκοπία, την φθορά και την διαφθορά των ίδιων των ταγών του, για να συνεχίζει τα ίδια. Για ένα σύστημα που από τους υπονόμους του βγαίνουν οι «Καιάδες» και οι Παναγιώταροι. Που οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του είναι ό,τι περισσότερο μπορεί να πουλήσει σαν «κάθαρση» και σαν «δικαιοσύνη» ώστε να παρακάμπτει εκείνο το «νίψον ανομήματα μη μονάν όψιν». Πρόκειται για την «κάθαρση» και τη «δικαιοσύνη» που ταιριάζει σε έναν ωκεανό σήψης και σαπίλας όπου «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι».
---
*

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

... Δ. Τσουκαλάς και εργοδοτικός συνδικαλισμός ...

*
Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος
(Unfollow)
***
*
H είδηση
στο πόθεν έσχες του Δ. Τσουκαλά
δεν είναι το εκατομμύριο

Ο Δ. Τσουκαλάς δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο
από το να είναι ένα ενεργό μέλος του εργοδοτικού συνδικαλισμού με τα ανάλογα προνόμια

Η Ελλάδα της κρίσης ζει και αναπνέει για νούμερα. Όσο μεγαλύτερα, τόσο καλύτερα. Η αριθμολαγνεία μοιάζει με το παράπλευρο αποτέλεσμα της φτώχειας ενός λαού που έμαθε απότομα να μετράει και το τελευταίο ευρώ. Οπότε, δεν έχει σημασία τι είναι το ένα εκατομμύριο ευρώ. Σημασία έχει ότι είναι ένα εκατομμύριο ευρώ. Δεν έχει καν σημασία αν είναι μαύρο χρήμα ή, όπως στην περίπτωση του Δημήτρη Τσουκαλά, νομίμως φορολογημένο. Ούτε αν προέρχεται από το δημόσιο ή από πόρους του ιδιωτικού τομέα. Το ποσό μετράει, το ακριβές νούμερο…

Στην περίπτωση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Τσουκαλά δεν υπάρχει –οικονομικά μιλώντας– κανένα σκάνδαλο. Πήρε μια παχυλή αποζημίωση από ένα πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλισης, το οποίο πρόσφερε ως μπόνους σε όλους τους υπαλλήλους της η (ιδιωτική) τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Ιδιωτικός υπάλληλος ήταν, ας έπαιρνε και περισσότερα, αν μπορούσε. Δεν ήταν από την τσέπη μας. Κι όμως, παρότι υπάρχουν πολλά ζητήματα, για τα οποία θα μπορούσε κανείς να ψέξει τον πρώην πρόεδρο της ΟΤΟΕ, ουδείς ασχολείται με αυτά. Μόνο το ποσό επαναλαμβάνεται συνεχώς, για να αφήσει εντυπώσεις. Ίσως γιατί αν ξύσει κανείς κάτω από την επιφάνεια, θα πάρει κι άλλους η μπάλα…

Εξηγούμαστε: Το πραγματικό θέμα πίσω από την «είδηση» που προέκυψε μετά τη δημοσιοποίηση του πόθεν έσχες του Δημήτρη Τσουκαλά είναι αυτό το είδος του καριερίστικου εργατοπατερισμού, που αποτελεί το χαϊδεμένο παιδί αυτών ακριβώς που σήμερα κράζουν μονότονα και υποκριτικά «ένα εκατομμύριο! ένα εκατομμύριο!». Ο κυβερνητικός συνδικαλισμός, που άνθησε και υποστηρίχτηκε στις αυλές των κυβερνητικών κομμάτων και του ΣΕΒ, με συμφωνίες πάνω και κάτω από το τραπέζι, για να μπορούν την κρίσιμη στιγμή να περνούν τα μέτρα με μερικές ανακοινώσεις και καμιά τρίωρη στάση εργασίας της ΓΣΕΕ.

Μία από τις «κατακτήσεις» των αγώνων των τραπεζοϋπαλλήλων ήταν, από το 1993, το δικαίωμα των συνδικαλιστών στην «απρόσκοπτη υπηρεσιακή εξέλιξη», ανεξάρτητα από το αν εργάζονταν ή είχαν απαλλαγή καθηκόντων λόγω εκλογής σε συνδικαλιστικά όργανα. Με απλά λόγια, αυτό επιτρέπει στους συνδικαλιστές της ΟΤΟΕ (όσους τουλάχιστον θέλουν να κάνουν χρήση του προνομίου, γιατί δεν είναι όλοι) με την πάροδο των χρόνων να ανεβαίνουν στην ιεραρχία της τράπεζας μέχρι το βαθμό του διευθυντή, δηλαδή την υψηλότερη θέση σε μια τυπική δομή τράπεζας, απολαμβάνοντας τον αντίστοιχο μισθό (έως 15.000 ευρώ το μήνα) και τα παρελκόμενα (ύψος αποζημίωσης, ύψος σύνταξης κ.λπ.).

Ο Δ. Τσουκαλάς, λοιπόν, έχοντας συνδικαλιστική άδεια από τότε που ήταν πρόεδρος των εργαζόμενων της ABN AMRO BANK, και αργότερα ως πρόεδρος της ΟΤΟΕ, είχε «απρόσκοπτη εξέλιξη» ως το βαθμό του διευθυντή, φτάνοντας να αμείβεται με το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των (περίπου) 100.000 ευρώ το χρόνο, λίγο πριν βγει στη σύνταξη. Αναλογικά λοιπόν, οι 813.000 της αποζημίωσης είναι ένα λογικό ποσό…

Ο Δ. Τσουκαλάς δεν έκλεψε χρήματα, δεν καταχράστηκε δημόσια περιουσία, δεν άφησε τα χρήματα αδήλωτα. Δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να είναι ένα ενεργό μέλος του εργοδοτικού συνδικαλισμού, που απολάμβανε προνόμια με αντάλλαγμα να λειτουργεί πολλές φορές ως τροχοπέδη στους αγώνες και στις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Τίποτα περισσότερο (μάλλον και καμπόσα λιγότερα) από όσα απολαμβάνει ο σημερινός πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος, που επίσης προέρχεται από την ΠΑΣΚΕ του τραπεζικού τομέα.

Προφανώς αυτές οι αμοιβές, η εργασιακή απαλλαγή για συνεχόμενες δεκαετίες, όπως επίσης και οι σχέσεις τους με τους εργοδότες τους, τους απομακρύνουν πολύ από το μέσο εργαζόμενο που –υποτίθεται– ότι έχουν εκλεγεί για να εκπροσωπούν. Πράγματι. Γι’ αυτό, άλλωστε, υπήρξε τόσο εύκολο το πέρασμα στην «αντίπερα όχθη», με πολλούς από τους πρώην συνδικαλιστές της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ να εξελίσσονται (κι άλλη απρόσκοπτη εξέλιξη, εδώ) σε υπουργούς των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Πρόκειται για τον συνδικαλισμό των «κοινωνικών εταίρων» χτες, των συνομιλητών της τρόικας σήμερα. Με αυτή την έννοια, το «έγκλημα» του κ. Τσουκαλά δεν ήταν το ένα εκατομμύριο ευρώ. Το «έγκλημα» των επαγγελματιών συνδικαλιστών της ΟΤΟΕ είναι ότι εδώ και πολλά χρόνια ανέχονται δίπλα στα δικά τους «προνόμια» να εξελίσσεται ένα εμπόριο ενοικιαζόμενων εργαζόμενων στα call center και τα υποκαταστήματα των τραπεζών, δεν αποκαλύπτουν την πολιτική των τραπεζών για την αφαίμαξη των πολιτών, δεν μιλούν για τις αμαρτίες του τραπεζικού συστήματος, δεν απεργούν καν για την κατάργηση της συλλογικής σύμβασης. Στην καλύτερη εκδοχή, διατηρώντας τα προνόμια του κλάδου τους και μόνο· στη χειρότερη, διατηρώντας απλώς τα δικά τους, προσωπικά προνόμια. Σε κάθε περίπτωση, λερώνοντας την έννοια του ίδιου του συνδικαλισμού ως συλλογικής οργάνωσης των εργαζόμενων για να μπορέσουν να επιβάλουν τη δύναμή τους.

Μπορεί λοιπόν να έχουν απόλυτο δίκιο στην Κουμουνδούρου όταν λένε ότι ξαφνικά το σύστημα θυμάται τα κακώς κείμενα μόνο όσων συνδικαλιστών… αυτομολούν στο ΣΥΡΙΖΑ ή έστω με όποιον τρόπο αντιστέκονται στη λαίλαπα των μνημονίων (να θυμίσουμε τις επιθέσεις στον Ν. Φωτόπουλο της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, τα πρωτοσέλιδα για τον το Θ. Μπαλασόπουλο της ΠΟΕ ΟΤΑ, ή τις αποκαλύψεις για τον Καλφαγιάννη της ΠΟΣΠΕΡΤ – τα παραδείγματα είναι άπειρα), όμως μερικές διαχωριστικές γραμμές είναι κρίσιμες για ένα αριστερό κόμμα που θέλει να υπερασπίζεται το συνδικαλισμό των εργαζόμενων και όχι τους εργατοπατέρες. Που ενδιαφέρεται για τους εργαζόμενους που δίνουν τη μάχη της επιβίωσης και όχι εκείνους που προσφέρουν ως αντάλλαγμα την εργασιακή ειρήνη με όφελος προσωπική ανέλιξη και τις καλύτερες οικονομικές απολαβές. Αυτό με τη γυναίκα του Καίσαρα, καλό θα ήταν να το θυμούνται στην Κουμουνδούρου…
---
*