Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

... ο Σαμαράς και "η γίδα στην πλάτη" ...

*
Στρατής Μπουρνάζος
***
*

Τάκης Μπαλτάκος 007
ή «Α, ένα ελάφι!»


Οι «τέσσερις του Καίμπριτζ» είναι μια από τις πιο πολύκροτες κατασκοπικές υποθέσεις του Ψυχρού Πολέμου: τέσσερις Βρετανοί ανώτατοι πράκτορες της Μ16 (με πιο γνωστό τον Κιμ Φίλμπυ, από τον οποίο εμπνεύστηκε ο Ίαν Φλέμινγκ τον Τζαίημς Μποντ) ήταν κατάσκοποι των Σοβιετικών και έδρασαν για χρόνια με άκρα αποτελεσματικότητα και μυστικότητα.

Κάπως έτσι φαίνεται δρούσε και ο κ. Μπαλτάκος, αν πιστέψουμε τον πρωθυπουργό, τον Μάκη Βορίδη και κάμποσους άλλους. Ένας Έλληνας 007, στην υπηρεσία της Χρυσής Αυγής, που με απόλυτη συνωμοτικότητα έφτασε στα ανώτατα κλιμάκια, παρά τω πρωθυπουργώ. Μόνο έτσι θα εξηγούνταν πώς ο Α. Σαμαράς δεν είχε ιδέα…

Το σενάριο μπορεί να ενδείκνυται για ελληνικό νουάρ, αλλά δεν αντέχει στον στοιχειώδη λογικό έλεγχο. Όπως και το αντίστροφο, που διακινεί ο ίδιος ο Μπαλτάκος: ότι ήταν «πράκτορας» της Ν.Δ. σε διατεταγμένη υπηρεσία εντός της Χρυσής Αυγής, για να τη βραχυκυκλώσει… Αυτά είναι παραμύθια, όπως έγραφε ο Μάνος Αυγερίδης («Η “αθώα περιστερά”, ο “πράκτορας του σκότους” και άλλα παραμύθια, RedNotebook, 3.4.2014: goo.gl/ceKGdE). Ή, κατά το γνωστό ανέκδοτο, ο Αντώνης θα μπορούσε να αναφωνήσει: «Α, Ένα ελάφι!» — τινάζοντας αμέσως το θήραμα από τον ώμο του (και το δεξί του χέρι). Η αλήθεια βρίσκεται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: ο Τάκης Μπαλτάκος δεν δρούσε εν κρυπτώ και παραβύστω· τις επαφές, τις συναντήσεις και τις μηχανορραφίες τις ήξεραν πολλοί, δεκάδες, εκατοντάδες — και δεν εννοώ μόνο τους υπαλλήλους της Βουλής, τους καφετζήδες, τους κλητήρες που τον έβλεπαν να ανταλλάσσει επισκέψεις με τον Κασιδιάρη και άλλους επιφανείς ναζιστές («ενδεχομένως από ευγένεια», όπως είπε προχθές ο υπουργός Δικαιοσύνης στον ΣΚΑΪ). Όσο σκοτεινό περιθώριο αυτενέργειας κι αν αναγνωρίσουμε στον Τ. Μπαλτάκο, είναι βέβαιο ότι το αλισβερίσι με τους ναζιστές το σχεδίαζε μαζί με άλλους. Και ας μην αναζητήσουμε αυτούς τους κάποιους κάπου κάποτε, αλλά στους κόλπους της κυβέρνησης και τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Δεν μιλάμε πια για «ναζιστικούς θύλακες», αλλά για «ναζιστικό πυρήνα» στην καρδιά της κυβέρνησης

Τρία ερμηνευτικά νήματα

Τρία ερμηνευτικά νήματα, τρεις απόπειρες να καταλάβουμε τι συμβαίνει:

1. Η Χρυσή Αυγή επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της ως εγκληματικής συμμορίας, εφαρμόζοντας τις κλασικές μεθόδους των συμμοριών. Αυτό μας δείχνει η δημοσιοποίηση του βίντεο Μπαλτάκου: η Μαφία εκτελεί τον συνεργάτη της, που πια δεν της είναι χρήσιμος, στέλνοντας μήνυμα σε πολλούς. Όσο κι αν μας μοιάζει ανοίκειος, ένας τέτοιος ερμηνευτικός μίτος, σχετικά με τις κινήσεις Κασιδιάρη, μπορεί να βοηθάει περισσότερο από τις συνηθισμένες πολιτικές αναλύσεις.

2. Αν ξετυλίξουμε το παραπάνω κουβάρι, αντιλαμβανόμαστε ότι το επίμαχο βίντεο είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η συμμορία ξεκίνησε «εκτελώντας» τον «Αγιοβασίλη» οδηγό του Τραγάκη που χαιρετούσε ναζιστικά, συνέχισε με τον γ.γ. της κυβέρνησης και θα συνεχίσει με δυνατά χαρτιά. Γι’ αυτό, νομίζω, και η έντρομη αμηχανία κάμποσων υπουργών, καθώς θα αναλογίζονται πόσα βίντεο έχουν ακόμα οι «νονοί». Αρκετοί σοκαριζόμαστε από όσα αποκαλύπτονται και δεν τα γνωρίζαμε· το σοκ όμως πολλών κυβερνητικών προέρχεται όχι από άγνοια, αλλά από γνώση: επειδή ξέρουν τι συνέβαινε, και τώρα φοβούνται ότι θα βγει στη φόρα.

3. Δεν θέλω, μ’ αυτά, να δημιουργήσω την εικόνα μιας παντοδύναμης Χρυσής Αυγής που λύνει και δένει. Πιστεύω το ακριβώς αντίθετο: έλυνε και έδενε πριν κάποιους μήνες, όταν δολοφονούσε ανενόχλητη κι έπινε καφεδάκι στα κυβερνητικά γραφεία. Ο εκβιασμός και η δημοσιοποίηση του βίντεο δεν είναι πράξη δύναμης, αλλά αδυναμίας. Το θηρίον, μετά τις ποινικές διώξεις άρχισε να ξεδοντιάζεται (αν και έχει βέβαια πάμπολλα δόντια) — κι ας συνυπολογίσουμε στους «σπασμούς» τη διαγραφή Μπούκουρα, την αποχώρηση Αλεξόπουλου και τις ομολογίες της συζύγου Λαγού ότι έκρυβαν όπλα). Όσο καιρό η Χρυσή Αυγή έκανε απερίσπαστη τη δουλειά της, μέσω Μπαλτάκου και άλλων, δεν είχε λόγο να εκβιάζει έτσι.

Η δολοφονία Φύσσα και η σημερινή συγκυρία

Πέσαμε άραγε από τα σύννεφα με το βίντεο; Όχι, αλλά μάθαμε πολλά. Είναι άλλο να υποψιάζεσαι, να ακούς ακριτομυθίες, να γνωρίζεις ότι ο Μπαλτάκος είναι σύνδεσμος με τη Χ.Α. και άλλο να βλέπεις τον γ.γ. του υπουργικού συμβουλίου να δρα σαν τσιράκι του Κασιδιάρη και να απεργάζονται από κοινού πώς θα τη βγάλει καθαρή η συμμορία. Και από τη στιγμή που κάτι γίνεται χειροπιαστό, τα πράγματα αποκτούν αυτοτελή δυναμική. Ας σκεφτούμε τη δολοφονία Φύσσα. Και εκεί δεν εκπλαγήκαμε, αφού ξέραμε ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική συμμορία, ωστόσο άλλο είναι να περιμένεις κάτι κι άλλο να συμβαίνει. Και εκεί τα κανάλια ανακάλυψαν εν μια νυκτί την πυρίτιδα και τους «εγκληματίες νεοναζί» (όπως τώρα «ανακάλυψαν» την «κρυπτεία», το φίδι στον κόρφο της κυβέρνησης κλπ. κλπ.).

Η αναλογία είναι πολλαπλώς χρήσιμη. Η ποινική δίωξη μετά τη δολοφονία Φύσσα και οι συλλήψεις στις 28 του Σεπτέμβρη είναι τομή. Πρώτα πρώτα, σταμάτησαν οι δολοφονικές επιθέσεις και συρρικνώθηκε η καλπάζουσα εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής. Και, εκτός βέβαια του ότι δεν θρηνούμε νεκρούς, το θηρίον δέχτηκε καίριο χτύπημα, καθώς το κράτος, έστω καθυστερημένα, κινήθηκε εναντίον του. Απομένουν βέβαια πολλά για να κοπεί ο δεσμός –ή και ο ομφάλιος λώρος– μεταξύ κράτους και ΧΑ. Ωστόσο, και σε αντίθεση με μια διαδεδομένη ολέθρια πεποίθηση (ότι οι διώξεις θα ηρωοποιήσουν τη Χρυσή Αυγή), η ελληνική Ακροδεξιά ανέκαθεν τρεφόταν από τον δεσμό της με το κράτος. Είτε μιλάμε για τους «τριεψιλίτες» του Μεσοπολέμου είτε για τους μπουραντάδες του Εμφυλίου είτε για την Καρφίτσα, οι στενές σχέσεις με το κράτος αποτελούσαν βασική πηγή ισχύος (πολιτικής, συμβολικής, προσωπικής, ιδεολογικής) της Ακροδεξιάς. Το κόψιμο αυτών των δεσμών είναι κομβικό για την εξάρθρωσή της ΧΑ και τον περιορισμό της πολιτικής της επιρροής.

***

Ο Δημήτρης Ψαρράς, δυο σελίδες παρακάτω, εξηγεί γιατί η 28 του Σεπτέμβρη ήταν τομή. Μια ανάλογη στιγμή ζούμε τώρα και πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να υπάρξει μια δεύτερη τομή. Όπως τότε δεν αρκούσε να καταγγέλουμε την υποκρισία των media, τον Μπάμπη Παπαδημητρίου και τον Στέφανο Κασιμάτη για τα γραφτά τους, τον Δένδια για τη μέχρι τότε απραξία του, αλλά έπρεπε να βγούμε μπροστά, ζητώντας να ξετυλιχθεί το κουβάρι της εγκληματικής δράσης, έτσι και τώρα: πρέπει να βγούμε μπροστά. Αφού αποκαλύφθηκε ο «ναζιστικός» πυρήνας στο κράτος πρέπει να απαιτήσουμε πολλά: Να διερευνηθούν οι ποινικές ευθύνες του «πυρηνάρχη» Μπαλτάκου, που μαζί με τον Κασιδιάρη βυσσοδομούσε εναντίον της δικαιοσύνης (βλ. το άρθρο του Δημήτρη Χριστόπουλου, «Μήπως ένας εισαγγελέας να καλέσει τον κ. Μπαλτάκο;», ThePressProject, 2.4.2014: goo.gl/Ud8uwF). Να καταλογιστούν οι πολιτικές ευθύνες — κι αυτό, για μένα, σημαίνει παραίτηση Σαμαρά. Να διεκδικήσουμε αυτό που δεν έγινε τον Σεπτέμβρη, το ξήλωμα των θυλάκων της Χρυσής Αυγής στο κράτος (αστυνομία, δικαιοσύνη, στρατός). Και να στηρίξουμε με κάθε τρόπο το ανακριτικό έργο ώστε να διευρυνθεί — ας μην ξεχνάμε ότι τίποτα δεν θα είχε γίνει αν δεν είχε ξεκινήσει αυτό. Να δυναμώσουμε το αντιφασιστικό κίνημα στις γειτονιές. Μ’ άλλα λόγια, να εργαστούμε ώστε η 2 του Απρίλη να αποτελέσει μια δεύτερη τομή, ένα μεγάλο χτύπημα για τους ναζιστές.

ΥΓ. Θεωρώ μεγάλο πολιτικό σφάλμα τον εστιασμό στις κυβερνητικές παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη. Αυτό ήταν ο στόχος Κασιδιάρη όταν δημοσιοποιούσε το βίντεο, κι αυτό, όπως και να το κάνουμε, θέτει ένα ζήτημα. Επιπλέον, ο εστιασμός αυτός, στην ακραία εκδοχή, μας οδηγεί στην υιοθέτηση της ναζιστικής άποψης (σκευωρία), ενώ στην πιο ήπια προσπερνάει την ουσία της εγκληματικής δράσης της Χρυσής Αυγής (από την οποία ξεχειλίζει ο ανακριτικός φάκελος). Αν για κάτι πρέπει να εγκαλέσουμε την κυβέρνηση είναι η πολύμηνη απραξία της, οι παρεμβάσεις της για να μείνει άπραγη η δικαιοσύνη και η αστυνομία, και όχι επειδή καθυστερημένα κινήθηκε. Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη αποτελούν σοβαρό διαχρονικό πρόβλημα, εδώ και πολλά χρόνια· χωρίς να το ξεχνάμε, ας μην επιχειρούμε να το ξεδιπλώσουμε και να το λύσουμε σε αυτήν ειδικά την περίπτωση — είναι πολιτικά αφελές και ολέθριο. Η Αριστερά, επαναφέροντας διαρκώς το θέμα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, οφείλει, όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση να εστιαστεί στο μείζον: την εξάρθρωση, ποινικά και πολιτικά, της εγκληματικής συμμορίας. Νομίζω.

ΥΓ2. Το ανέκδοτο με το ελάφι, για όποιον δεν το ξέρει. Ένας δασοφύλακας συναντά έναν κυνηγό που, για πολλοστή φορά, έχει σκοτώσει παράνομα ένα ελάφι και το κουβαλάει στον ώμο του. Μόλις τον σταματά και τον ρωτάει τι είναι αυτό που, για άλλη μια φορά, κουβαλάει, αυτός κάνει ένα πηδηματάκι πίσω, κοιτάζει έκπληκτος τον ώμο του και αναφωνεί: «Α, ένα ελάφι!» – και το τινάζει από πάνω του.

---
---
*

Δεν υπάρχουν σχόλια: