Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Ο αναρχικός τρομοκράτης Μαρκ Τουέιν...

*
stavrosx1
***
*

Όταν μια σειρά από πολιτικά πρόσωπα
πατάνε τη νάρκη της... ασχετοσύνης


Γράφει ο Χρήστος Ξανθάκης

Πολύς λόγος έγινε για τον Μαρκ Τουέιν αυτή την εβδομάδα. Πήγε κι ήρθε το όνομα του Αμερικανού συγγραφέως στα χείλη ουκ ολίγων πολιτικών. Και καλά του Τσακαλώτου, ο άνθρωπος διατηρεί μια ιδεολογική συγγένεια (τυπική έστω…) με τον εκλιπόντα. Οι υπόλοιποι που τον πιάσαν στο στόμα τους (ΚικίλιαςΛοβέρδοςΘεοδωράκης), κατάλαβαν με τι φίδι είχαν να κάνουν; Με τι αναρχικό, με τι επαναστάτη, με τι τρομοκράτη (να το γράψω και με κεφαλαία: ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ) πήγανε και μπλέξανε; Ή μήπως νόμιζαν ότι ο Τουέιν ήταν κάποιο αγαθό τυπάκι που έγραφε βιβλία για παιδιά του στυλ Τομ Σόγιερ και Χάκλμπερι Φιν; Ε λοιπόν, σας έχω εκπλήξεις παλικάρια μου: Καλύτερα να τσιτάρατε Μπακούνιν και Κροπότκιν παρά Τουέιν! Τόσο ανατρεπτικό στοιχείο ήταν ο σπουδαίος Αμερικάνος γραφιάς. Και δια του λόγου το αληθές, παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο του «Ένας Γιάνκης του Κονέκτικατ στην αυλή του Βασιλιά Αρθούρου». Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν:

«Κι ήταν όλοι αυτοί οι απελεύθεροι μαζεμένοι πρωί πρωί για να δουλέψουν στο δρόμο του αφεντικού τους, του επισκόπου, τρεις μέρες ο καθένας, δωρεάν, κάθε αρχηγός έκαστης φαμίλιας και κάθε γιός έκαστης φαμίλιας, τρεις μέρες ο καθένας κι άλλη μια μέρα πάνω κάτω για τους υπηρέτες τους.


Ήταν σαν να διαβάζεις για τη Γαλλία και τους Γάλλους πριν από την παντοτινά αξιομνημόνευτη και ευλογημένη Επανάσταση, που ξεφορτώθηκε χίλια χρόνια τέτοιων κακουργημάτων με ένα παλιρροϊκό κύμα αίματος. Ένα και μοναδικό κύμα, μπας και πατσίσουνε το χρέος, με μισή σταγόνα αίμα για κάθε κουβά ολόκληρο που είχε στάξει από τα ατέλειωτα αργά βασανιστήρια του λαού στη διάρκεια δέκα αιώνων μιζέριας και ντροπής και αδικίας που μόνο με την κόλαση την ίδια μπορούν να συγκριθούν.

Υπήρχαν δύο “Τρομοκρατίες”, αν το θυμηθούμε και το σκεφτούμε καλά. Η μία συνοψιζόταν σε φόνους εν βρασμώ ψυχής και η άλλη σε φόνους εν ψυχρώ. Η μία διήρκεσε ολίγους μήνες μόνο, η άλλη διήρκεσε χίλια χρόνια. Από τη μία χάσανε τις ζωές τους δέκα χιλιάδες άνθρωποι, από την άλλη εκατό εκατομμύρια άνθρωποι. Κι ωστόσο τρέμουμε όλοι τη “φρίκη” της μικρής Τρομοκρατίας, της στιγμιαίας Τρομοκρατίας σα να λέμε. Τι είναι όμως ο γρήγορος θάνατος στη γκιλοτίνα, μπροστά στον θάνατο εφ’ όρου ζωής από την πείνα, το κρύο, τις προσβολές, την απονιά και την θλίψη; Τι είναι ο γρήγορος θάνατος από έναν κεραυνό, μπροστά σε έναν θάνατο από σιγανή φωτιά όταν σε έχουν σουβλίσει;

Σε ένα κοιμητήριο μιας τυχαίας πόλης θα μπορούσαν εύκολα να χωρέσουν όλα τα φέρετρα όσων θανατώθηκαν στην βραχεία Τρομοκρατία, σε αυτή την Τρομοκρατία που έχουμε όλοι εκπαιδευτεί να την τρέμουμε και να τη θρηνούμε. Αλλά η Γαλλία ολόκληρη δεν θα μπορούσε να χωρέσει τα θύματα της παλαιότερης και πραγματικής Τρομοκρατίας. Αυτής της αδιανόητα πικρής και άθλιας Τρομοκρατίας που κανείς μας δεν διδάχθηκε να αντιμετωπίζει στο μέγεθος ή στην οίκτο που της αξίζει…»
---
πηγή: http://newpost.gr
---
*

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

74 χρόνια από την ίδρυση της ΕΠΟΝ

*
stavrosx1
***
*

Ψηφίδες από τη δράση

της ΕΠΟΝ Νέας Χώρας*




Συμπληρώνονται 74 χρόνια, όταν στις 23 Φλεβάρη του 1943 στο σπίτι του αντιστασιακού δασκάλου Παναγή Δημητράτου [1], στους Αμπελόκηπους μέσα στη μαύρη Κατοχή, ιδρύθηκε η θρυλική Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ).

Ηδη από το φθινόπωρο του 1941 «[…] η νεολαία των Χανίων είχε προηγηθεί, γιατί, πρώτη στην Κρήτη και πιθανότατα ολόπρωτα στην Ελλάδα πριν την ΕΠΟΝ, ιδρύεται στα Χανιά η Παγκρήτια Οργάνωση Ελεύθερων Νέων (ΠΟΕΝ) […]» [2]. «Η ΕΠΟΝ γεννήθηκε στην Κρήτη» [3], γράφει ο αγωνιστής της Αντίστασης Παύλος Μιχελιουδάκης για την ίδρυση της ΠΟΕΝ, την οποία αφηγείται σε άλλη του μαρτυρία [4]: «[…] Έτσι αποφασίσαμε να φτιάξουμε την Παγκρήτια Οργάνωση Ελεύθερων Νέων. Αυτή η οργάνωση πρέπει να έγινε, κατά την άποψη τη δική μου, κατά τα τέλη του ’41. Θυμάμαι την πρώτη ιδρυτική συνέλευση της ΠΟΕΝ που έγινε στο σπίτι μου (στη Νέα Χώρα). Η αδερφή μου – μικρό κοριτσάκι τότε – κρατούσε τις τσίλιες.

Μαζευτήκαμε: ο Μίμης ο Λιονάκης, σπουδαστής της Ανωτάτης Εμπορικής (εξετελέσθη από τους Γερμανούς σαν Ποενίτης, ήταν το πρώτο μας θύμα), ο Γιάννης ο Κουμής δικηγόρος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος στην ηλικία από εμάς, τον είχαμε ανακηρύξει Πρόεδρο. Γραμματέας ήταν ο Λιονάκης. Επίσης εκεί ήταν ο Αρτέμης ο Παπαδάκης, ο οποίος είχε επαφή από τότε με το Κόμμα (σ.σ. ήταν στέλεχος της ΟΚΝΕ). Ήταν κι ένας Τσάπας ή Τσαπάκης, ο οποίος – δε με βοηθά η μνήμη μου απόλυτα – πρέπει να ήταν αυτός που προηγήθηκε από την πλευρά του Κόμματος, εκτός κι αν ήταν ο Κοντοκώτσος. Κι εγώ φυσικά […]».

Στην Κρήτη, την ΕΠΟΝ οργάνωσε ο φοιτητής του Πολυτεχνείου από την Πηγή του Ρεθύμνου, Μανόλης Σταυρουλάκης μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της. Το Μάη του 1943 κατέβηκε μ’ ένα γερμανικό επίτακτο καΐκι ως φοιτητής στα Χανιά. Ύστερα από ενημέρωση, αποφασίστηκε η προσχώρηση σ’ αυτήν της ΠΟΕΝ και η μετατροπή του κεντρικού της οργάνου «Ελεύθερα Νειάτα», σε όργανο της ΕΠΟΝ καθώς και όλων των οργανώσεων της ΠΟΕΝ στην Κρήτη σε οργανώσεις της ΕΠΟΝ.[5]

Νεοχωρίτες ΕΠΟΝίτες σε παράταξη μετά την απελευθέρωση. Από δεξιά: Κώστας Διαμαντάκης, Νίκος Χατζηδάκης, Γιώργος Χριστοδουλάκης, Μιχάλης Μαστρομανώλης (Συλλογή Φ. Χριστοδουλάκη)
Η  Ε.Π.Ο.Ν.  ΝΕΑΣ ΧΩΡΑΣ

Στη Νέα Χώρα έως τις αρχές του 1943 δρούσαν η ΠΟΕΝ και το ΕΑΜ Νέων. Ο Γιώργος Χριστοδουλάκης [6] και ο Λευτέρης Κυριμάκης [7] διηγούνται ως πρωταγωνιστές, την ίδρυση της ΕΠΟΝ στη Νέα Χώρα: «Ένα βράδυ ο Παύλος Μιχελιουδάκης κάλεσε μερικούς νέους: εμένα τον Κυριμάκη το Λευτέρη, το Χαριτάκη τον Αντώνη, τον Αντώνη τον Μαρκαντωνάκη (ή Τσέπολα) και μας ανακοίνωσε την ίδρυση της ΕΠΟΝ. […] Στη συνέχεια κάτσαμε μια μέρα στο φούρνο του Κυριμάκη και χωρίσαμε την οργάνωση σε τομείς: Στο Συνοικισμό, στο Βαρούσι και στη στην παραλία που ήταν ο κορμός της ΕΠΟΝ. Είμαστε 3 τριάδες ντόπιοι Νεοχωρίτες. Η Νέα Χώρα ήταν μια οργάνωση ξεχωριστή. […]».

880
ΕΠΟΝίτες και Αετόπουλα της Νέας Χώρας στα Τσικαλαριά το 1945 ή 1946. Όρθια αριστερά μπροστά η Αγγελική Δαμιανάκη και πίσω ο Γιώργος Χριστοδουλάκης (Συλλογή Γ. Χριστοδουλάκη).
Η ΕΠΟΝ Νέας Χώρας ήταν η μεγαλύτερη οργάνωση της πόλης στην οποία συμμετείχαν πλήθος νέων αγοριών και κοριτσιών αλλά και μικρότερων παιδιών των «αετόπουλων», με πολυποίκιλες και πολύμορφες, μαχητικές δράσεις αντίστασης και εκδηλώσεις αλληλεγγύης. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι η οργάνωση διέθετε δύο λέσχες στη συνοικία γεγονός μοναδικό στην πόλη, ούτε το γεγονός ότι, από όσα μέχρι σήμερα είναι γνωστά ήταν η μοναδική συνοικιακή οργάνωση που εξέδιδε πολυγραφημένο έντυπο με τίτλο «Η εφημερίδα της Νέας Χώρας». Δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά στη δράση της ΕΠΟΝ στη συνοικία και ευρύτερα διότι αφενός μεν είναι πολύ μεγάλη και οι μαρτυρίες πάρα πολλές, αφετέρου δε η ιστορία της δεν έχει ακόμη καταγραφεί πλήρως όπως και στην υπόλοιπη πόλη και τον νομό κάτι που θα πρέπει να γίνει σύντομα γιατί οι εναπομείναντες πρωταγωνιστές, άντρες και γυναίκες, είναι ήδη υπερήλικες.



(...)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΔΩ
---
---
*

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Οι τελευταίοι αντάρτες - 23 Φεβρουαρίου 1975 ...

*
stavrosx1
***
*
23 Φεβρουαρίου 1975

Οι τελευταίοι αντάρτες:
Οι Κρητικοί που κατέβηκαν
από το βουνό 26 χρόνια μετά


Η απίστευτη ιστορία των Γιώργου Τζομπανάκη και Σπύρου Μπλαζάκη, που πριν 40 ακριβώς χρόνια κατέβηκαν από τα Λευκά Όρη, μόνο μετά την αμνήστευσή τους

30 Αυγούστου 1949. Με τη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων στην μάχη του Γράμμου κλείνει οριστικά η πιο μαύρη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας μας, ο εμφύλιος, αδελφοκτόνος πόλεμος. Μετά το τέλος του, αρκετοί αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού» έφυγαν προς Αλβανία και από εκεί σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ κάποιοι άλλοι παραδόθηκαν. Απέμειναν κάπου 30 αντάρτες στα βουνά της Κρήτης.

Από αυτούς άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι έφυγαν στο εξωτερικό, μερικοί συνελήφθησαν και για δύο τρεις κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν.

22 Φεβρουαρίου 1975.

Ο Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη, ενημερώνει τον εισαγγελέα Εφετών, που δεν είχε λάβει γνώση της δημοσίευσης του διατάγματος αμνήστευσης δύο ανταρτών που τα ίχνη τους είχαν χαθεί. Έχοντας την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στα χέρια του ο εισαγγελέας δίνει σήμα προς την χωροφυλακή, με το οποίο γίνονταν γνωστό, ότι έπαυε η καταδίωξη και η επικήρυξη των δύο φυγόδικων 26 χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου.

23 Φεβρουαρίου 1975.

15 χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά, στον δρόμο που οδηγεί στον Θέρισσο, ο Γιώργος Τζομπανάκης και ο Σπύρος Μπλαζάκης, οι τελευταίοι αντάρτες που γνώρισε οι Ελλάδα, 10.20 το πρωί, έπεφταν στις αγκαλιές, συγγενών, φίλων και συντρόφων, πλέον νόμιμοι και περήφανοι. Παρά τις τρεις ευκαιρίες που τους είχαν δοθεί όλα αυτά τα χρόνια ακόμη και με μία προφορική τους μετάνοια να απαρνηθούν τις πολιτικές τους αρχές τους αυτοί αρνήθηκαν και προτίμησαν να ζουν σαν τα αγρίμια στις σπηλίες. Και όσο οι χωροφύλακες δεν μπορούσαν να τους συλλάβουν τόσο στοιβάζονταν το κατηγορητήριο εναντίον τους.

Ένα κατηγορητήριο που πλέον συμπεριελάμβανε και φόνο και αντικυβερνητικές ενέργειες. «Ξέρουμε ότι όλα τα αδικήματα της περιοχής τα ‘χουν φορτώσει στο κεφάλι μας», δήλωναν οι δύο, στον Βρετανό δημοσιογράφο Ντ. Τονγκ, το 1972 σε αποκλειστική συνέντευξη που έκανε το γύρο του κόσμου. Αν και επικηρυγμένοι για 150.000 δραχμές, σημαντικό ποσό για την μετεμφυλιακή Ελλάδα, αν και πολλοί γνώριζαν το που βρίσκονται, κανείς Κρητικός δεν πρόδωσε. Τώρα που η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε δώσει την οριστική αμνηστία όλα αυτά άνηκαν στο παρελθόν.



Ανάμεσα στους πρώτους που τους υποδέχτηκαν και η κυρά Μάρκαρη, αδελφή του πατέρα του Τζομπανάκη, ηλικίας 102 που βγήκε στο δρόμο του χωριού κλαίγοντας. Και στους δύο ήρθαν μνήμες από το 1963, τότε που ο πατέρας του Τζομπανάκη, καθώς προαισθάνονταν ότι πλησιάζει το τέλος του ζήτησε να δει τον γιο του. Αυτό πληροφορήθηκαν και οι διώκτες του και περικύκλωσαν το σπίτι, στήνοντας καρτέρι. Όμως ο Τζομπανάκης, πλησιάζοντας το σπίτι, αντελήφθη τι συνέβαινε και έσπευσε να εξαφανισθεί. Την ημέρα της «απελευθέρωσης» του φθάνοντας στο χωριό του, έσπευσε να δει το γκρεμισμένο και καμένο σπίτι του ενώ λίγο νωρίτερα είχε σταματήσει στο νεκροταφείο του χωριού.

Στα χωριά τους, στο Γαβαλοχώρι και το Κόκκινο Χωριό, στήνεται ένα μικρό γλέντι, το ριζίτικο που τους υποδέχονται δεν είναι άλλο από το «αγρίμια και αγριμάκια μου, λάφια μου μαραμένα, πέστε μου που είναι οι τόποι σας». Ανάμεσα στους δημοσιογράφους που είχαν έλθει στα Χανιά για να γίνουν μάρτυρες της ιστορικής στιγμής (σ.σ. είχαν ενημερωθεί για την διαδικασία από την τοπική οργάνωση του ΚΚΕ) ήταν και ξένοι ανταποκριτές. Ο Γιάννης Θεοδωράκης έγραφε στον Ριζοσπάστη της επόμενης ημέρας: «Μάτια βουρκωμένα. Χέρια, στόματα, νύχια γαντζώνονται στους “αετούς”, άλλοτε παθιασμένα και άλλοτε τρυφερά. Και το τραγούδι, τραγούδι. Σπαραγμός και λεβεντιά. Ο Ντέιβιντ Τοντ από τον Ομπσέρβερ ψιθυρίζει: απίστευτο, απίστευτο. Ο Λέις Πέρσον από το Αρμπέτετ. Μα στα αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά; Αναρωτιέται.

Ο Μπρέιβικ των Τάιμς της Νέας Υόρκης, με μία κούπα κρασί που κάποιος του ‘βάλε στο χέρι, επιμένει για λίγη σιωπή, για λίγη ησυχία, θέλει κάτι να πει. “Ευχαριστώ“, φωνάζει, τρέμοντας σχεδόν από την συγκίνηση. “Ευχαριστώ που μου δώσατε να καταλάβω εδώ τι θα πει λεβεντιά και τι σημαίνει για την Κρήτη η ελευθερία“».



Στη συνέντευξη Τύπου που έδωσαν λίγες ώρες μετά την κάθοδο τους μίλησαν για όλα. Για την υπερηφάνεια «γιατί κατορθώσαμε να γίνουμε ελεύθεροι πολίτες χωρίς να σκύψουμε το κεφάλι. Χωρίς να υποκύψουμε σε συμβιβασμούς, που θα ήταν βάρος για όλη την υπόλοιπη ζωή μας». Για το πως περνούσαν τις μέρες τους: «Ήταν ημέρες που περνούσαμε καλά. Καθόμαστε στην ψηλότερη κορυφή, το Όρνιο, ύψους 2.500 μέτρων, και αγναντεύαμε την θάλασσα και όταν ήταν καθαρός ο καιρός την Πελοπόννησο, την Αττική, τα Δωδεκάνησα. Διαβάζαμε κι’ όλας ότι μας έπεφτε στα χέρια. Βιβλία, εφημερίδες και ότι άλλο.

Από το 1960 είχαμε και ραδιόφωνο… Για τις δύσκολες στιγμές δεν είναι δυνατόν να αφηγηθούμε καμία. Η μία ώρα ήταν πιο δύσκολη από την άλλη. Έτσι και αρχίσουμε να μιλάμε, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Μονάχα τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, όταν το κυνηγητό ήταν πιο σκληρό, μπορούμε να πούμε ότι δυσκολευτήκαμε κάπως περισσότερο. Περάσαμε τότε ημέρες χωρίς να δούμε φως κλεισμένοι σε σπηλιές. Όμως αυτές τις δύσκολες ώρες είχαμε την υποστήριξη όλων των ανθρώπων, όχι μόνο των αριστερών αλλά και των δεξιών. Μη φανταστεί κανείς ότι αν δεν είχαμε αυτή την υποστήριξη θα επιζούσαμε».Σε ότι αφορά την σίτιση τους, το κυνήγι ήταν απαγορευτικό, «υπήρχε ο κίνδυνος να μας ακούσουν και τότε μπορούσε να φτάσει και ο έκτος στόλος. Άλλοτε είχαμε τροφή, άλλοτε μέναμε νηστικοί για ημέρες. Πηγαίναμε σε σπίτια φίλων και δεν ξέραμε αν θα τους βρούμε εκεί ή αν ήταν εξορία ή νεκροί».

Πολλά υπέστησαν όσοι από τους κατοίκους των χωριών έδιναν βοήθεια στους δύο αντάρτες. Διωγμούς, φυλακίσεις, ψυχολογική πίεση. Ανάμεσα σε αυτούς η Κατίνα Βογιατζάκη και η Αργυρώ Αναστασάκη. Και οι δύο πρώτες ξαδέρφες του Τζομπανάκη, σε προχωρημένη ηλικία , έμειναν περίπου ένα χρόνο φυλακή, γιατί βοήθησαν με διάφορους τρόπους τους αντάρτες.

Ένας συγχωριανός του Τζομπανάκη θα αφηγηθεί στον απεσταλμένο της εφημερίδας «Τα Νέα», Γιώργο Καραλή, ότι είχαν για συνθηματικό τους ένα βήξιμο: «Είκοσι χρόνια του φύλαγα, είχαμε για σύνθημα ένα βήξιμο. Έμπαιναν στο σπίτι μου βράδυ, μιά δυό φορές την εβδομάδα, για να πάρουν τρόφιμα. Αυτό βάστηξε 20 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που το 1972, αρρώστησα και δεν μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά».



Οι ξένοι δημοσιογράφοι αναρωτιούνται τι έχουν μέσα στους σάκους που κουβαλούσαν κατεβαίνοντας. Ήταν όλο τους το βιός μαζί, με τις μαγκούρες τους και τα κιάλια, λάφυρο του Γιώργου από τους ναζί, το 1942. Μέσα από τους σάκους ο Γιώργος βγάζει μερικά χόρτα και βότανα του βουνού, ένα αδιάβροχο, ένα φακό, μία μηχανή για κούρεμα, μια ξυριστική λεπίδα και ένα κουτί με κρέμα. «Μην κοροϊδέψετε» είπε «το δέρμα μου είναι πολύ λεπτό».

Το πρώτο βράδυ τους στον πολιτισμό το πέρασαν στο ξενοδοχείο Κύδων στα Χανιά. Με τον πολιτισμό δεν κατάφεραν να εξοικειωθούν άμεσα. Την άλλη ημέρα στο αεροπλάνο που τους μετέφερε στην Αθήνα ο Γιώργος παραδέχθηκε ότι δεν μπόρεσε να κοιμηθεί από τα καζανάκια που ακούγονταν. Στην Αθήνα, η πρώτη του κίνηση ήταν να επισκεφθούν το Πολυτεχνείο και να αφήσουν λίγα λουλούδια στο μνημείο των πεσόντων και στην συνέχεια έφυγαν για την τότε Σοβιετική Ένωση από την ηγεσία της οποίας ήταν επίσημοι προσκεκλημένοι.

Η ζωή τους τα επόμενα χρόνια κύλησε ήρεμα με τον Σπύρο Μπλαζάκη να παντρεύεται να ζει στη Νέα Σμύρνη, ενώ ο Γιώργος Τζομπανάκης παντρεύτηκε και αυτός αλλά δεν έφυγε από την Κρήτη. Παρά την απόσταση δεν έχασαν την επαφή τους και την φιλία τους.

Έφυγαν από την ζωή, με απόσταση ενός μήνα, στα τέλη του 1996.


---
Σ.Χ.
*

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

H "Χρυσή Αυγή"; Όχι, καλέ, η "Καθημερινή"!

*
stavrosx1
***
*

«Καθημερινή» - Χρυσή Αυγή:
Συζεύγνυνται κατά του
«κατασκόπου» Μπελογιάννη


Κείμενο πρώτο«Η λογική λέει ότι το να τιμάται από το Κοινοβούλιο μας Χώρας ένας καταδικασμένος για κατασκοπεία εναντίον της Πατρίδος του αποτελεί όχι απλώς μη υπαρκτό φαινόμενο αλλά μακάβρια φαντασίωση προσβολής της Ιστορικής Μνήμης». 

Κείμενο δεύτερο«Η Βουλή, πληροφορούμαι, ετοιμάζεται να τιμήσει τη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη (…).Ωστόσο, ο Μπελογιάννης καταδικάστηκε για κατασκοπεία εις βάρος της πατρίδας του (…) η καταδίκη του ήταν δίκαια και εξακολουθεί να ισχύει. Δεν είναι παράλογο η Βουλή να τιμά έναν καταδικασθέντα για κατασκοπεία εις βάρος της χώρας του;». Βρείτε τις διαφορές…


Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:

Η Βουλή με απόφαση του πρόεδρου της θα τιμήσει, όπως γράφεται, τη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη με αφορμή την συμπλήρωση 65 χρόνων από την εκτέλεσή του, στις 30 Μάρτη 1952

Σημείωση: τώρα το πώς «κολλάει» να τιμάει τον Μπελογιάννη μια κυβέρνηση που επιδίδεται σε ταξίδια νομιμοποίησης των ναζί στην Ουκρανία και κάνει στους Αμερικάνους – που εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη – κωλοτούμπες, όπως εκείνες του Τσίπρα κατά την επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα, είναι κάτι που έχει πολλές εξηγήσεις. Η πιο αθώα εκ των οποίων είναι πως «ό,τι δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια»…

Ας δούμε τη συνέχεια:

Με αφορμή την είδηση, τα χιτλεροειδή της Χρυσής Αυγής αφήνιασαν:

«Η λογική λέει ότι το να τιμάται από το Κοινοβούλιο μας Χώρας ένας καταδικασμένος για κατασκοπεία εναντίον της Πατρίδος του αποτελεί όχι απλώς μη υπαρκτό φαινόμενο αλλά μακάβρια φαντασίωση προσβολής της Ιστορικής Μνήμης».
Αυτά γράφουν – με τα μακάβρια «ελληνικά» τους – για τον «σοβιετικό κατάσκοπο» Μπελογιάννη τα ουγκανόφωνα ναζιστόμουτρα (Πέμπτη 9/2/2017). Λογικό. Τι ναζιστόμουτρα θα ήταν, άλλωστε.
Και τότε ποιος έρχεται προς συνδρομή των «πατριωτών» (Μιχαλολιάκος, Κασιδιάρης, Καιάδας, Παναγιώταρος και όλα τα ναζιστάκια που τα είδαμε να διασκεδάζουν στα ναζιστικά πάρτι τους στο βίντεο που δημοσιοποίησε η Εφημερίδα των Συντακτών); Μα το… «συνταγματικό τόξο». Αυτό που έχει εισηγηθεί και τη θεωρία της «σοβαρής Χρυσής Αυγής».

Θαυμάστε, λοιπόν, τι έγραψε στην «Καθημερινή» ο συντάκτης της Στέφανος Κασιμάτης, ακολουθώντας τρεις μέρες αργότερα τους χρυσαυγίτες (Κυριακή 12/2/2017):
«Αξίζει την τιμή;Η Βουλή, πληροφορούμαι, ετοιμάζεται να τιμήσει τη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη. Μάλλον από λεπτότητα στη μνήμη του νεκρού (διότι ο Μπελογιάννης αγωνιζόταν για να καταργήσει τη Βουλή…), η εκδήλωση δεν θα γίνει στο γνωστό κτίριο που δεσπόζει της πλατείας Συντάγματος, αλλά στην Αμαλιάδα, τόπο καταγωγής του Μπελογιάννη. Ωστόσο, ο Μπελογιάννης καταδικάστηκε για κατασκοπεία εις βάρος της πατρίδας του και εξ όσων γνωρίζω δεν έχει υπάρξει ποτέ αναθεώρηση της δίκης. Μπορεί, λοιπόν, η θανατική ποινή που του επιβλήθηκε τότε να ήταν σκληρή και, ενδεχομένως, άδικη· όμως η καταδίκη του ήταν δίκαια και εξακολουθεί να ισχύει. Δεν είναι παράλογο η Βουλή να τιμά έναν καταδικασθέντα για κατασκοπεία εις βάρος της χώρας του;»
Περιττό φυσικά να πούμε ότι μετά από αυτό το κείμενο του Κασιμάτη και της «Καθημερινής» οι Χρυσαυγίτες επανήλθαν επιδαψιλεύοντας δάφνες στον Κασιμάτη, τον οποίο και επαινούν αποδίδοντάς του ναζιστικές τιμές καθώς – όπως γράφουν – λέει τα «αυτονόητα» για τον «κατάσκοπο» Μπελογιάννη

Ας πάμε λίγο πιο πίσω τώρα. Έτσι για να δούμε πως στρώθηκε το έδαφος του χρυσαυγιτισμού:

  • Ήταν η «Καθημερινή» που στο αφιέρωμά της για τον φασίστα Μεταξά έγραφε ήδη από τις 4/8/2007 (ανήμερα, δηλαδή, της κήρυξης της δικτατορίας της «4ης Αυγούστου») ότι η διακυβέρνηση Μεταξά πορεύτηκε με «χαρακτηριστικά φιλολαϊκού» καθεστώτος…
  • Ήταν, επίσης, η «Καθημερινή» που στις 16/09/12 (σσ: τώρα πρόσφατα, δηλαδή…) που φιλοξενούσε άρθρο με τίτλο «Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για τη δημοκρατία», όπου ο συντάκτης (ποιος άλλος; Ο Κασιμάτης) τόνιζε με πάθος:
«Όσοι πιστεύουμε στην δημοκρατία οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στην Χρυσή Αυγή – και σοβαρολογώ απολύτως. Της το οφείλουμε για την ευκαιρία που μας προσφέρει -και μάλιστα την ώρα που την έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη- ώστε να διορθώσουμε λάθη δεκαετιών και να κάνουμε μια νέα αρχή στην πολιτική ζωή. Είναι η ευκαιρία που δίνεται στη νομιμότητα να αναμετρηθεί, επιτέλους, με την οιονεί νομιμοποιημένη βία της Αριστεράς: αυτό το καρκίνωμα της Μεταπολίτευσης (…).
Ανεχόμαστε στελέχη ή ακόμη και βουλευτές του ΚΚΕ ή του ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπίζονται καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων από λαθρομετανάστες, να εμποδίζουν τη λειτουργία επιχειρήσεων που υφίστανται νομίμως (π.χ., το χρυσωρυχείο στην Χαλκιδική), να επιβάλουν με το ξύλο την υποχρέωση της απεργίας σε ανθρώπους που θέλουν να δουλέψουν (…). Και αν ως τώρα ήταν ο φόβος που συγκρατούσε τους πολιτικούς, ας είναι καλά τα «λεβεντόπαιδα με τις μαύρες μπλούζες» και τα καμώματά τους, που δίνουν την ευκαιρία στον αστικό πολιτικό κόσμο να υπερβεί το δέος της εξ αριστερών «ιεράς αγανακτήσεως» και να αποδείξει ότι η δημοκρατία μπορεί να υπερισχύσει εκείνων που επιβάλλουν τη βία, είτε μαύρη είτε κόκκινη (…).Αν ο Σαμαράς εννοεί αυτά που έλεγε προεκλογικά, αν ο Βενιζέλος καταλαβαίνει ότι μόνον ως αστική σοσιαλδημοκρατία μπορεί να έχει μέλλον το ΠΑΣΟΚ και αν ο Κουβέλης πιστεύει στη διαφορά της δημοκρατικής Αριστεράς από την Αριστερά της βίας, ιδού η ευκαιρία κύριοι! Η Χρυσή Αυγή, χωρίς να το καταλαβαίνει, ανοίγει τον δρόμο για την επιβολή της νομιμότητας προς κάθε πλευρά: κουκουέδες, συριζαίους, χρυσαυγίτες – όλοι τους βλάπτουν τη δημοκρατία εξίσου. Πρόκειται για ευκαιρία, την οποία η κυβέρνηση πρέπει να αξιοποιήσει (…)».
«Όσοι πιστεύουν στη δημοκρατία», λοιπόν, όπως ο Κασιμάτης, μας το είχαν πει εδώ και 5 χρόνια: 

«Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για τη δημοκρατία»…

«Όσοι πιστεύουν στη δημοκρατία», όπως ο Κασιμάτης και η «Καθημερινή», μας τα είχαν πει εδώ και 10 χρόνια. Τι δημοκρατία; Ε, να, σαν εκείνη του «φιλολαϊκού» καθεστώτος Μεταξά…

«Οσοι πιστεύουν στη δημοκρατία», όπως ο Κασιμάτης και η «Καθημερινή», πως είναι δυνατόν να διαφωνήσουν με τη Χρυσή Αυγή για τον «κατάσκοπο» Μπελογιάννη. «Δίκαια» η καταδίκη του, μας λέει ο Κασιμάτης…

Ορισμένες σκέψεις:

Πρώτο: Όταν η αντιδραστική θεωρία περί «άκρων», περί «μαύρης και κόκκινης βίας», η επιστροφή της ασφαλίτικης (ή ασφΑΛΗΤΙΚΗΣ;) αναγόρευσης της κομμουνιστικής δράσης σε «κατασκοπία» αποκτά τόσο αναβαθμισμένη θέση στις σελίδες ενός παραδοσιακού οργάνου του αστικού κόσμου, όπως η «Καθημερινή», σημαίνει ότι η «μαυρίλα» κατέχει κεντρική θέση – με ό,τι αυτό συνεπάγεται και κυοφορεί – στο προπαγανδιστικό οπλοστάσιο του κράτους των κεφαλαιοκρατών, της λιτότητας, της καταστολής και των Μνημονίων.

Δεύτερο: Στην περίπτωση της «Καθημερινής» και του συντάκτη της δεν έχουμε να κάνουμε με μια λαθεμένη εκδοχή κάποιας αφηρημένης και γενικής καταδίκης της βίας, που σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσε να εκληφθεί και ως μια ευγενική αλλά ουτοπική ουμανιστική στάση. Στην περίπτωση της «Καθημερινής» και του συντάκτη της, το θέμα δεν είναι να επαναλάβεις ότι, για παράδειγμα, η βία της Επανάστασης του ’21, η βία της Αντίστασης εναντίον των ναζί στην Κατοχή, η βίαιη κατάληψη των Βερσαλιών, η μάχη του Στάλινγκραντ από την πλευρά των αμυνόμενων, η αιματοβαμμένη πάλη για το 8ωρο, ήταν ιστορικά αναγκαίες και δικαιωμένες μορφές πάλης.

Στην περίπτωση της «Καθημερινής» και του συντάκτη της έχουμε μια «μαύρη», διεστραμμένη και χυδαία επιχείρηση διαστρέβλωσης, παραχάραξης και παραποίησης. Εχουμε, στην πιο «κίτρινη» εκδοχή της, την επιδίωξη οι λαϊκοί, μαζικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες που αντιτίθενται στην πολιτική της πλουτοκρατίας (και επειδή ακριβώς αντιτίθενται στην πλουτοκρατία), να ταυτιστούν, να συκοφαντηθούν και να εξομοιωθούν με τον ναζισμό (τον βγαλμένο από τα πολιτικά σπλάχνα της πλουτοκρατίας), ωσάν να έχουν ή να είχαν ποτέ οποιαδήποτε σχέση (!) με τις τραμπούκικες ναζιστικές συμμορίες της ρατσιστικής, της φυλετικής, της μισαλλόδοξης, της φασιστικής βίας και τρομοκρατίας.

Τρίτο: Η «πρόοδος» της «Καθημερινής» και του συντάκτη της είναι εμφανής: Προ 5ετίας ήθελαν να διαχυθεί στην κοινή συνείδηση το σχήμα πως «η ναζιστική και χρυσαυγίτικη βία οφείλεται στην αριστερή και κουκουέδικη βία»
(σσ: Αυτό δεν είναι καινούριο. Αν ξύσει κανείς τη σκουριά αυτής της πολυκαιρισμένης προστυχιάς θα θυμηθεί, για παράδειγμα, τη θεωρία της εποχής των γερμανοτσολιάδων. Τότε που οι «Τσολάκογλου» κατηγορούσαν το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ επειδή έκαναν Αντίσταση. Τότε που οι «Τσολάκογλου» ζητούσαν να σταματήσει η Αντίσταση, αφού, όπως έλεγαν, προκαλούσε – η Αντίσταση – τα αντίποινα των Γερμανών, δηλαδή τις θηριωδίες των ναζί. Θηριωδίες για τις οποίες, σύμφωνα με τους «Τσολάκογλου», υπεύθυνοι δεν ήταν οι Γερμανοί ναζί, αλλά το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, επειδή έκαναν Αντίσταση…).

Σήμερα, 5 χρόνια μετά, δεν έχουν λόγο να κρύβονται πίσω από την Χρυσή Αυγή. Σήμερα, κάποιοι απ’ αυτούς, για να πουν τις βρωμιές της τάξης τους, της αστικής τάξης, παρατάσσονται δίπλα ακριβώς στη Χρυσή Αυγή, και – ειδικά όταν μιλούν για τους κομμουνιστές – λένε ό,τι και η Χρυσή Αυγή. Άλλωστε και οι χρυσαυγίτες των ταγμάτων εφόδου και ο χρυσαυγιτισμός με… πολιτικά, την ίδια τάξη υπηρετούν. 

***

Τέτοιου είδους κείμενα σαν το τελευταίο της «Καθημερινής» που μέμφεται τη Βουλή «να τιμά έναν καταδικασθέντα για κατασκοπεία εις βάρος της χώρας του» δεν αποκαλύπτουν την ποιότητα του συντάκτη της.

Βασικά, εκείνο που αναδεικνύουν είναι το είδος της κληρονομιάς που κουβαλάει η άρχουσα τάξη αυτής της χώρας, όπως και την κληρονομιά των εντύπων που απηχούν προνομιακά, όπως η «Καθημερινή», τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης.

Ειδικότερα και σε ό,τι έχει να κάνει με την κληρονομιά της «Καθημερινής»,
  • της «Καθημερινής που σήμερα ξανακαταδικάζει τον Μπελογιάννη σαν «κατάσκοπο»,
  • της «Καθημερινής» που πριν 5 χρόνια διαλαλούσε «Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για τη δημοκρατία»,
  • της «Καθημερινής» που πριν 10 χρόνια στο αφιέρωμά της για τον φασίστα Μεταξά έγραφε ότι η διακυβέρνηση Μεταξά πορεύτηκε με «χαρακτηριστικά φιλολαϊκού» καθεστώτος,
θα περιοριστούμε να υπενθυμίσουμε τι υποστήριζε η «Καθημερινή» επί εποχής Βλάχου, στις 29 Απρίλη 1941.

Δυο μέρες, λοιπόν, αφότου οι ιδεολογικοί και πολιτικοί πρόγονοι της «Χρυσής Αυγής», τα γερμανικά «Βάφεν Ες Ες», είχαν μπει στην Αθήνα, η «Καθημερινή» έγραφε:
«Ο αθηναϊκός λαός αντιμετωπίζει τα γεγονότα με σταθεράν πεποίθησιν ότι όλα βαίνουν προς το καλύτερον, ότι λήξαντος του πολέμου, διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος. Η θέλησις των Ελλήνων, όπως εντός του ειρηνικού πλαισίου, το οποίο εξασφαλίζει εις αυτούς ο τερματισμός του πολέμου, αναπτύξουν όλας των τας ικανότητας και όλας των τας πρωτοβουλίας, θα δώση ασφαλώς αφορμήν διά να εκδηλωθούν όλαι εκείναι αι κεκρυμμέναι αρεταί της φυλής μας, αι οποίαι είτε εξ αδιαφορίας, είτε εξ αισθημάτων ηλαττωμένης αλληλεγγύης δεν είχον ανέλθει εις την επιφάνειαν τους τελευταίους καιρούς. Αι γερμανικαί αρχαί εμφορούμεναι από τας φιλικωτέρας των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού, τας αρετάς και τα προτερήματα του οποίου δεν ήργησαν να γνωρίσουν, θα τον συντρέξουν -περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία- εις πάσαν θετικήν και οικοδομητικήν του προσπάθειαν».
Αυτά γράφονταν τότε. Από την «Καθημερινή».

Σε μια περίοδο, δηλαδή, που ο «χρυσαυγιτισμός» δεν είχε ανάγκη, όπως σήμερα, να κυκλοφορεί… με πολιτικά.

Ήταν τότε που οι «κατάσκοποι» σαν τον Μπελογιάννη πολεμούσαν τους ναζί κατακτητές. Αλλά η «Καθημερινή» (δεν έγραφε τότε ο Κασιμάτης) διακήρυτταν ότι οι Γερμανοί ναζί «είναι φίλοι μας»…
---
πηγή: thepressproject.gr
---
*

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

... πως στήνουμε ανθρώπους στον τοίχο ...

*
stavrosx1
***
*

Όταν ο όχλος επιβάλει
και το σωστό τρόπο πένθους…


Ντροπή σου, αγέλη που αλυχτάς μοχθηρία…

Ο ελεύθερος λόγος, η επικοινωνία, η ελευθερία, η δημοκρατία με άποψη για όλους θα μπορούσαν να έχουν δεχθεί μια τεράστια ανάπτυξη χάρη στα social media, αν δεν υπήρχε ο παράγοντας του ότι οι χρήστες ανήκουν στο είδος των ανθρώπων. Ψευδείς ειδήσεις και φτιαχτές φωτογραφίες, στοχοποιήσεις, παρενοχλήσεις ακραίες, μεθυσμένες βρισιές τις νύχτες, επιβολή απόψεων και ετυμηγορίες δια βοής, συχνά με «παπαγαλάκια» ανώνυμα ή με ψεύτικά ονόματα και προφίλ.

Γράφει η Αλεξάνδρα Τσόλκα

Και πάλι μοιάζουμε το ανθρώπινο είδος ανίκανο να χειριστούμε να αγαθά της εξέλιξης. Πως διασπώντας η επιστήμη το άτομο, το πρώτο που κάναμε ήταν βόμβα; Έτσι, ακριβώς, αλλά να αφορά σε μικρές, προσωπικές πυρηνικές καταστροφές χειριζόμαστε το διαδίκτυο, φτιάχνοντας ατομικές Χοροσίμες διαπόμπευσης και εύκολης κριτικής. Να μην απαριθμήσουμε θλιβερές αγελαίες περιπτώσεις μπούλινγκ, όπου σαν άλλοι Καρανίκοι, εμείς της «κουλτούρας» λέμε «ψόφα» σε άρρωστο πολιτικό, ασθενή δημοσιογράφο, άνεργους, παρουσιαστές, ή «σκ@τα» στον τάφο αυτοχείρων πλούσιων, γερόντων που έκρινε η Ιστορία και η Δικαιοσύνη και τόσα άλλα. Ας σταθούμε στη βία, τη σφοδρότητα επίθεσης και τη μανιακή επιβολή θέσης στο πένθος και στον θάνατο τον ίδιο…

Πολιτισμένοι, με υψηλή αισθητική κριτικοί, τέχνης, ακτιβιστές πάσης φύσης, συγγραφείς και διανοούμενοι, πολιτικοποιημένοι και καλοδιορισμένοι φάροι νόησης, τρολάκια δυστυχή βουτηγμένα σε πύον μίσους, οπαδοί απλοί των «ξεχωριστών», όρμησαν στην Άννα Βαγενά, για τον αποχωρισμό της, τον τρόπο που τιμούσε και πενθούσε τον σύζυγο της, τον άνδρα της, τον σύντροφο της, τον πατέρα των παιδιών της, για μισό αιώνα! Με βρισιές, με προσβολές, με ανήθικο τρόπο και λέξεις!

Γνώριζαν αυτοί και όχι οι άνθρωποι που μοιραστήκαν μαζί του τη ζωή, τι ήθελε, τι του άρμοζε, πως έπρεπε να γίνει η κηδεία και πως όχι. Ξέραμε όλοι εμείς, πως το κάθε ταίρι θέλει να κάνει τελετή που να αρμόζει, όπως νομίζει, στον άνθρωπο που έφυγε για πάντα. Και αρθρογράφοι -συχνά και αυτοί με το ρεύμα του like- τάχα μου ψιλό όρθωσαν ανάστημα, σπεύδοντας όμως, να διαχωρίσουν την θέση τους ως κάτι πολύ ξεχωριστό, τύπου πως «αν με ρωτάτε, δεν είναι του γούστου μου αυτή η λογική. Με ξεπερνά.

Το πένθος είναι εσωτερικό, χωρίς έκθεση του νεκρού, χωρίς θεατρικότητα…» κτλπ. Καταρχήν κουκλάρα μου, δε σε ρωτάμε και κανέναν μας δε ρωτάνε, επίσης εσύ δεν είσαι ο Χατζιδάκις, ο Λένιν, η Αλίκη, η Μελίνα, ο Κηλαηδόνης για να σου κάνουμε -μακριά από σένα και μας- όταν έρθει εκείνη η ώρα λαϊκό αποχαιρετισμό, προσκύνημα, μαυσωλείο και αποχωρισμό και όπως θες πες τα αντίο σου. Μια γυναίκα που θεωρεί τον άντρα κεφαλαιώδη όμως, έχει δικαίωμα να τον τιμήσει όπως επιθυμεί αυτή και ο ίδιος ήθελε.

Και βέβαια το πένθος της δεν αφορά στις τελετές, αλλά στην εσωτερική της διαδικασία όπως το λες. Το πένθος ξεκινά από τη κλειστή της πόρτα, την απουσία του σώματος στο κρεβάτι διπλά της, το καφέ τον κοινό το πρωί που για καιρό θα σερβίρεται σε δύο κούπες, τη μηχανική κίνηση της κλίσης στο τηλέφωνο του, τη αιωνία απουσία της επί μισού αιώνα δεδομένης βεβαιότητας σωματικής και ψυχικής. Και με ποιο δικαίωμα λέμε τα «δεν είναι του γούστου μου» όταν μιλάμε για τεράστιες απώλειες και οδύνες; Το γούστο σου στους δικούς αποχωρισμούς να το επιστρατεύσεις και να κάνεις κηδείες αρτ νουβό ή μεταμοντέρνες!

Πως στήνουμε ανθρώπους στο τοίχο, οι υπόλοιποι όλοι, με βρισιές βαθμολογώντας τον πόνο τους; Πως βρίζουμε και δε σεβόμαστε ακόμα και τον θάνατο; Τι βάραθρα χαμένων αξιακών αρχών μας έχουν καταπιεί ως γενιά δηλαδή; Και που τελειώνει η άβυσσος της απονιάς, της προχειρότητας, της Καρανικικής ναρκισσιστικής αυτοκοικανοποιησης, τύπου «εμείς οι παντογνώστες, οι σωστοί και εσείς που δεν δικαιούστε ούτε να πενθήσετε, οι εχθροί, οι άλλοι, οι γραφικοί, οι «δεύτεροι», οι αντίπαλοι»!

Η Αννα Βαγενά μπορεί να μη σ αρέσει σαν ηθοποιός, ως πολιτικός, ως άτομο που εκφράζει δημόσια λόγο! Μπορείς στην εποχή του social media Καιάδα, να ξεχνάς τις ταινίες της, τους σπουδαίους ρόλους της στο θέατρο, τις μάχες της, στην εποχή της και να δικαιούσαι να λες ακόμα και μαλακίες για αυτήν, αφού είναι δημόσιο πρόσωπο. Μπορείς να στέκεσαι στο αν φοράει ξωφτερνο στη Βουλή και αν ξαπλώνει στους καναπέδες των διάδρομων της και όχι στους σινιέ των γραφείων που δεν έχει η ίδια.

Μπορείς να κοροϊδεύεις γιατί για επιχειρήματα δε συζητάμε, μόνο για «ουουου» μαρίδας και χαμινιών καθόλου χαριτωμένων, που της την είχανε στημένη για γιουχες στο Κιλελέρ και εκείνη αντέδρασε μιλώντας και φωνάζοντας πίσω. Κανένα δικαίωμα δεν υπάρχει όμως να την βρίζεις την ώρα της υπέρτατης απώλειας της! Δείχνει μικρότητα, μοχθηρότητα, αμορφωσιά ουσίας και κυρίως απανθρωπιά!

Σ.σ: Ακουστήκαν και γράφτηκαν πολλά και για την Λυδία Κονιόρδου και τον επικήδειό της. Έχετε δίκιο! Είναι κακή υπουργός πολιτισμού! Γιατί δεν επαναφέρουμε τον Λιάπη που ήταν Τιτάνας και ογκόλιθος των γραμμάτων και των τεχνών! Ώρα είναι να πούμε πως ξέρει κι από αυτόν παραπάνω η Κονιόρδου ακόμα και θέατρο!

---
*

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Ράγιο Βαγιεκάνο - το ποδόσφαιρο αλλιώς...

*
stavrosx1
***
*

Βαγιέκας
Η ποδοσφαιρική γειτονιά
που έδιωξε τον νεοναζί,
οι παίκτες που κάνουν απεργίες


Η ειδική περίπτωση της ΡΑΓΙΟ ΒΑΓΙΕΚΑΝΟ, σε μια περιοχή της Μαδρίτης που ξεχωρίζει - Πως σώθηκε ένα σπίτι από το δάνειο!

Όταν περνάς την Αβενίδα ντε λα Αλμπουφέρα με προορισμό προς τα νοτιοανατολικά της Μαδρίτης θα δεις δύο τεράστια σούπερ μάρκετ (Lidl και Mercadona) στο δεξί σου χέρι. Αυτό είναι το άτυπο σύνορο του Βαγιέκας, μιας από τις πιο υπανάπτυκτες, αλλά και συνάμα τις πιο ζωντανές γειτονιές της ισπανικής πρωτεύουσας. Τα σούπερ μάρκετ θα’ λεγε κανείς ότι οριοθετούν τα τελευταία οχυρά του καπιταλισμού. Στο Βαγιέκας, την περιοχή όπου όλος ο κόσμος υποστηρίζει φανατικά τη Ράγιο Βαγιεκάνο κι όχι τη Ρεάλ ή την Ατλέτικο, βασιλεύουν η ανθρωπιά και η έγνοια για τον γείτονα. Η Ράγιο συγκέντρωσε τα βλέμματα της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής κοινότητας πριν λίγες ημέρες χάρη σε μια μεταγραφή που χάλασε: Αυτή του Ουκρανού Ζοζούλια, ο οποίος συμφώνησε να έλθει δανεικός από τη Μπέτις, όμως συνάντησε την καθολική αντίδραση του κόσμου λόγω της ιδεολογικής του ταυτότητας. Οι φίλοι της Ράγιο δεν θέλουν έναν νεοναζί στην ομάδα τους. Άπαξ και πείστηκαν ότι ο Ζοζούλια είναι τέτοιος, η άρνησή τους να τον δεχτούν ήταν κατηγορηματική, όσο κι αν ο ίδιος θέλησε να τους ρίξει στάχτη στα μάτια με κατευναστικές δηλώσεις. Μια μικρή έρευνα που έκαναν έφερε στη δημοσιότητα φωτογραφίες και τοποθετήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα οποία ο Ζοζούλια εμφανιζόταν ως συμπαθών το φιλοφασιστικό καθεστώς της πατρίδας του.

Κινητοποίηση για να σωθεί ένα σπίτι


Πανό της Ράγιο Βαγιεκάνο για τον Φύσσα
Η προηγούμενη φορά που η Ράγιο έγινε πρωτοσέλιδο στην Ευρώπη ήταν κι αυτή ιδιαίτερα χαρακτηριστική: το 2014 ολόκληρο το ποδοσφαιρικό τμήμα κινητοποιήθηκε για να αποπληρώσει ένα… στεγαστικό δάνειο! Ο τότε προπονητής Πάκο Χέμεθ είχε ενημερώσει τους παίκτες ότι η 85χρονη Κάρμεν Μαρτίνεζ Αγιούσο κινδύνευε να χάσει το σπίτι της στο Βαγιέκας, επειδή είχε μπει εγγυήτρια στο στεγαστικό του γιου της, ο οποίος είχε χάσει τη δουλειά του και αδυνατούσε να το αποπληρώσει. Διοίκηση, παίκτες, οπαδοί έβαλαν όλοι λεφτά και το σπίτι σώθηκε. Αυτή η κίνηση δείχνει σε όλη της την έκταση τη φιλοσοφία του κλαμπ, το οποίο εκπροσωπεί πραγματικά τη γειτονιά κι ας παίζει στο ανώτερο επίπεδο του ισπανικού ποδοσφαίρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι παίκτες της ομάδας και ειδικά οι ξένοι μένουν στην περιοχή του Βαγιέκας και όχι στα «πλούσια» προάστια της Μαδρίτης. Είναι όρος στο συμβόλαιό τους, για να τους γίνει βίωμα ότι φορώντας τη φανέλα της Ράγιο εκπροσωπούν κάποιους ανθρώπους κι όχι απλά ένα κλαμπ.

Μόνο κάτοικοι της περιοχής

Οι ποδοσφαιριστές κινούνται στην περιοχή, πιάνουν κουβέντα με τους καταστηματάρχες, πίνουν τον καφέ τους και το ποτό τους και μαζί με τις δικές τους ανησυχίες κουβαλούν κι αυτές των απλών ανθρώπων, που τους στηρίζουν κάθε εβδομάδα πηγαίνοντας να τους δουν. Όποτε η Ένωση Εργατών της Ισπανίας (με άλλα λόγια, η ισπανική… ΓΣΕΕ) εξαγγέλλει απεργία, στην ομάδα δεν γίνεται προπόνηση. Οι παίκτες, όμως, δεν παίρνουν ρεπό. Κατεβαίνουν στις διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια σαν απλοί εργαζόμενοι! Το Βαγιέκας είναι το πιο «μαυροκόκκινο» προάστιο της Μαδρίτης, τα αριστερά κόμματα (κυρίως της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς) κυριαρχούν. Οι οπαδοί της ομάδας συμμετέχουν στον σύνδεσμο “Bukaneros”, που σημαίνει «πειρατές», κι έχουν αναπτύξει μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία από τους οπαδούς των άλλων ομάδων στις μαδριλένικες γειτονιές.

«Μικρή στο γήπεδο. μεγάλη στις αξίες»

Οι κοινωνικές αξίες είναι πάνω από τα αποτελέσματα, άλλωστε το βασικό σύνθημα της ομάδας είναι «μικρή στο γήπεδο, μεγάλη στις αξίες», το σχετικό πανό αναρτάται στο γήπεδο σε κάθε ματς. Στο πρώτο ματς της νέας περιόδου, τον Σεπτέμβριο, που βρήκε τη Ράγιο στην Σεγκούντα Ντιβιζιόν, το μοναδικό πανό που αναρτήθηκε ανέφερε «οι κατηγορίες δεν έχουν σημασία»… Τον επίσημο ύμνο της ομάδας τον έφτιαξαν οι Ska-P, μια σκα-πανκ μπάντα πασίγνωστη στην Ισπανία για τα αντιφασιστικά της αισθήματα. Οι φίλοι της Ράγιο δεν τρώνε παραμύθια για μεγάλους επενδυτές και λεφτάδες. Η ανάληψη της προεδρίας από τον ιμπρεσάριο Ραούλ Μαρτίν Πρέσα το 2011 συνοδεύτηκε από εκτεταμένες διαδηλώσεις εναντίον του, στην οποία ο κόσμος απαιτούσε διαφάνεια στις διαδικασίες αγοραπωλησίας του συλλόγου. Θέλοντας και μη ο Πρέσα έδωσε όλα τα στοιχεία και οι οπαδοί τα πήγαν από μόνοι τους σε δικηγόρους και λογιστές για να τα ελέγξουν! Ο Πρέσα, που δεν έχει γεννηθεί στο Βαγιέκας, θεωρείται απλά… αναγκαίο κακό για τους περισσότερους οπαδούς, που απλά τον ανέχονται στην προεδρία και του φορτώνουν όλα τα παράπονά τους για τα κακά της ομάδας.

Χωρίς αποδοκιμασίες 

Αποδοκιμασίες εναντίον προπονητή και παικτών δεν ακούγονται σχεδόν ποτέ. Οι περισσότερες ισπανικές ομάδες επιλέγουν να πειραματίζονται στις εναλλακτικές εμφανίσεις τους με τα «εθνικά» χρώματα των περιφερειών τους. Η Ράγιο εδώ και χρόνια έχει συνηθίσει να στέλνει μηνύματα και μέσω των εμφανίσεών της. Η πρώτη της εμφάνιση είναι ίδια με της Ρίβερ Πλέιτ, λευκή με μια διαγώνια κόκκινη ρίγα. Η δεύτερη είναι μαύρη με μια ροζ διαγώνια ρίγα και η τρίτη είναι γαλάζια με τέσσερις διαγώνιες ρίγες (κόκκινη, κίτρινη, γαλάζια και μωβ), τα χρώματα της σημαίας-ουράνιου τόξου των ομοφυλοφίλων.
---
πηγή: Αργύρης Παγαρτάνης / Live Sport
---
*

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

... "Εδώ δεν υπάρχει κράτος !" ...

*
stavrosx1
***
*

Η Έκθεση Πόρτερ
πριν ακριβώς 70 χρόνια


«Εδώ δεν υπάρχει κράτος! Υπάρχει μόνο μία ιεραρχία πολιτικών, ο ένας χειρότερος από τον άλλον. Μοναδική τους έννοια , η κατάκτηση της εξουσίας.
Σε ολόκληρη τη χώρα οι άνθρωποι έχουν παραλύσει από την αβεβαιότητα και τον φόβο, οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν, οι καταστηματάρχες δεν αποθηκεύουν προμήθειες.
Η δημόσια διοίκηση είναι υπερβολικά εκτεταμένη.
Οι χαμηλοί μισθοί προσαυξάνονται βάσει ενός συστήματος επιδομάτων, (μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι κερδίζουν μέχρι και τέσσερις φορές περισσότερο από τον βασικό μισθό τους!).
Η δημόσια διοίκηση δεν είναι σε θέση να προβεί ούτε στην είσπραξη φόρων, ή την επισκευή δρόμων.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει άλλη πολιτική εκτός από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδος.
Στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια για τη διαιώνιση των προνομιών μιας μικρής κλίκας που έχει την έδρα της στην πλατεία Κολωνακίου.

[...]
Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας.
Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί, με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο.
Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στη δική τους χώρα για να βοηθήσουν στην αναστήλωση της εθνικής οικονομίας.

[...]
Τα συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται επίσης με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί στην εποχή μας και οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος δεν απο­κομίζει κανένα όφελος απ’ αυτό. Οι μισθοί των ναυτικών γυρίζουν στην Ελ­λάδα, αλλά οι εφοπλιστές ασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους στις ξένες χώρες.
Κάθε επιχείρηση θα έπρεπε να πληρώνει μια σημαντική εισφορά στο κρά­τος, κάτω από την προστασία του οποίου λειτουργεί. Αυτό ισχύει κατά κύριο λόγο για την περίπτωση των εφοπλιστών, που τα μεγαλύτερα κέρδη τους προέρχονται από τα «Λίμπερτι», τα οποία τους παραχώρησε η αμερικανική Ναυτική Αποστολή με την εγγύηση του ελληνικού κράτους.

[...]
Η ομάδα πίεσης της καλής κοινωνίας – οι κομψοί κοσμοπολίτες που έχουν την έδρα τους στις Κάννες, στο Σαιν Μόριτς και στην αθηναϊκή πλατεία Κολωνακίου – θα ενεργοποιηθεί.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι άνθρωποι πολύ γοητευτικοί, που μιλάνε πολύ καλά τ’ αγγλικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι, όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν την αμερικανική αποστολή για τα δικά τους συμφέροντα.
Θυμάμαι ακόμα ένα από τα πιο επίσημα γεύματα ενός από τους σημαντι­κότερους τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στη βίλα του των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους με λιβρέα, μια ποικιλία απ’ τα πιο φίνα κρασιά και φα­γητά διάφορα, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας που ανέφερα άρχισε να εξυμνεί τις ομορφιές της ζωής κοντά στη θάλασσα, καθώς και τις χαρές των αρι­στοκρατικών σπορ.

[...]
«Η αντίθεση ανάμεσα στο γεύμα αυτό και στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας είναι πραγματικά τρομερή… Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ’ αυτού υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα».
---
ΠΩΛ ΠΟΡΤΕΡ (1904 - 1975) Αμερικανός δικηγόρος, διπλωμάτης και πολιτικός. Αρχηγός αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα το 1947, όπου επέβαλε διαχειριστικούς και δημοσιονομικούς όρους ενόψει εφαρμογής του δόγματος Τρούμαν.

[Πριν ακριβώς 70 χρόνια, στις αρχές του 1947, με την Ελλάδα κάτω από τον έλεγχο της Αγγλίας, οι Βρετανοί ανακοίνωναν στις ΗΠΑ ότι αδυνατούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω την ελληνική κυβέρνηση στον δήθεν αγώνα της για την εξάλειψη του «κομμουνιστικού κινδύνου» στη χώρα, όπως έγραφαν χαρακτηριστικά.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, Χάρι Τρούμαν, θέλοντας να έχει δική του εικόνα και άποψη, έστειλε κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους τον Πολ Πόρτερ, ως επικεφαλής αμερικανικού κλιμακίου στην Ελλάδα. Σε διάστημα παραμονής ενός περίπου μήνα στη χώρα, ο Πόρτερ έστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας πως υπεύθυνοι για το χάλι της Ελλάδας δεν είναι οι κομμουνιστές, αλλά το κατεστημένο και οι δεξιοί πολιτικοί !]
---
*