Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

... για την ανατροπή του καπιταλισμού ...

*
Νίκος Μπογιόπουλος
***
*

Λάθος πορεία

1) Αντιγράφω (Ντοκουμέντα 16ου Συνεδρίου, σελ. 71, σ. Παπαρήγα):

«Στο 15ο Συνέδριο ξεκαθαρίσαμε το εξής πράγμα: Οτι η συγκέντρωση δυνάμεων, η πολιτική συμμαχιών του Κόμματος χτίζεται πάνω στην αντίθεση μονοπώλια - ιμπεριαλισμός. (...). Τι είναι ο ιμπεριαλισμός; Το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Ομως, δεν μπορούμε να χτίσουμε συμμαχία στην αντίθεση καπιταλισμός - σοσιαλισμός, γιατί σημαίνει συμμαχία για τη σοσιαλιστική επανάσταση και συμμαχία για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτό δεν μπορούμε να το βάλουμε. Και δεν μπορούμε να το βάλουμε, γιατί είναι και λυμένο θεωρητικά, αλλά και η πείρα αυτό δείχνει». Κανένα νέο δεδομένο δεν επιτρέπει αναθεώρηση όσων θεωρητικά και εμπειρικά, κατά το 16ο Συνέδριο, είναι λυμένα. Εντούτοις στις Θέσεις γίνεται ακριβώς αυτό το λάθος: Προτείνεται οικοδόμηση πολιτικής συμμαχιών στην αντίθεση καπιταλισμός - σοσιαλισμός. Αλλά πάνω σε αυτή την αντίθεση, όπως σωστά διαπιστώναμε στο 16ο Συνέδριο, δεν χτίζεται η - στρατηγικής σημασίας για την Επανάσταση - πολιτική συμμαχιών.

2) Με αυτήν την (μη) πολιτική συμμαχιών «πλησιάζουμε» το σοσιαλισμό μόνο ως αντικατοπτρισμό. Η Λαϊκή Συμμαχία, που δεν είναι πολιτική, δεν συμμετέχει σε εκλογικές μάχες, που απορρίπτει όσους διαφοροποιούνται από το ΚΚΕ (Θέση 67), που «έχει μια ορισμένη μορφή διαμόρφωσης με τη δράση σε κοινό πλαίσιο των ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ», είναι «συμμαχία» μόνο με τον εαυτό μας.

3) Η πολιτική γραμμή των Θέσεων ουσιαστικά εφαρμόζεται εδώ και χρόνια. Εχουμε ήδη δείγματα ότι δεν περπατάει: οργανωτική στασιμότητα, πτώση κυκλοφορίας «Ρ», επίπεδο ταξικού κινήματος, οδυνηρό εκλογικό αποτέλεσμα. Ας σταθούμε στις εκλογές. Η σ. Παπαρήγα («Ρ», 22/3/2012) έλεγε: «Αντικειμενικά λοιπόν στην εκλογική μάχη το κριτήριο ψήφου προς το ΚΚΕ μπορεί και πρέπει να είναι πάνω στη συνολική του στρατηγική». Δεν συνιστά απολυτότητα να λέμε ότι «επιβεβαιώθηκε» (Θέση 48) μια στρατηγική που την αναδείξαμε ως κριτήριο ψήφου, αλλά αντί να συγκεντρώσει δυνάμεις τις μείωσε στο μισό; Βέβαια, όποτε έρχεται η κουβέντα στο εκλογικό αποτέλεσμα επαναλαμβάνουμε τα περί «κοινοβουλευτικών αυταπατών». Οχι. Αυταπάτες δημιουργούνται όταν αρνούμαστε να ερμηνεύσουμε απροκατάληπτα την ζωντανή εμπειρία από κάθε πολιτική μάχη. Τέτοια μάχη είναι και οι εκλογές. Δεν σπέρνει «κοινοβουλευτικές αυταπάτες» ο Λένιν όταν ισχυρίζεται («Γράμματα στον Γκόργκι») ότι «απ' τα αποτελέσματα των εκλογών εξαρτάται κατά πολύ και η ανάπτυξη του κόμματος».

4) Επί κρίσης, θέτοντας ως προαπαιτούμενο κάθε λαϊκής συσπείρωσης τη συμφωνία με τη θέση μας για λαϊκή εξουσία, αφήσαμε αναξιοποίητους σειρά πολιτικούς «κρίκους». Π.χ. Το «δεν πληρώνω». Εμείς είπαμε: Δεν πληρώνω, αλλά πρώτα λαϊκή εξουσία. Χρέος. Εμείς είπαμε: Οχι στο χρέος, αλλά στη λαϊκή εξουσία. Ευρώ - ΕΕ. Εμείς είπαμε: Δεν αρκεί το όχι στην ΕΕ, χωρίς το «ναι» στη λαϊκή εξουσία. Μνημόνιο. Εμείς είπαμε: Δεν φταίει το μνημόνιο, αλλά ο καπιταλισμός, η κρίση και ότι δεν έχουμε λαϊκή εξουσία. Σωστά. Ομως υπηρετείται ο στόχος της λαϊκής εξουσίας, όταν, στη μαζική πάλη για την ανακούφιση του λαού από τα βάσανά του, τίθεται σαν (διαχωριστική) προϋπόθεση; Πανομοιότυπα απουσιάσαμε από το καθήκον να παρέμβουμε στο αυθόρμητο που εκδηλώθηκε. Δεν δηλώσαμε «παρών» για τον προσανατολισμό και τη συνειδητοποίησή του. Αφήσαμε άλλους να το κατευθύνουν, να το αξιοποιούν. Από τις πλατείες που τις καταγγείλαμε από την Ισπανία κιόλας, πριν ακόμα εμφανιστούν στην Ελλάδα, μέχρι τις πατάτες. Από τις διαδηλώσεις για το μνημόνιο μέχρι τα διόδια - όταν έρχονταν άλλοι εμείς φεύγαμε.

5) Η εξάρτηση για την αστική τάξη μιας εξαρτημένης χώρας είναι το πλαίσιο προσαρμογής της στο διεθνή καπιταλισμό. Πολιτικά, η εξάρτηση για την αστική τάξη σημαίνει τη διεθνή της εγγύηση - στήριξη για την παραμονή της στην εξουσία. Η ταξική ανάδειξη του εξαρτημένου χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού δεν σημαίνει συσκότιση των ευθυνών της αστικής τάξης για τα δεινά του λαού ή απαλλαγή από αυτές, ή πολύ περισσότερο «παράθυρο» συνεργασίας με τμήματά της. Είναι πολιτική της καταδίκη. Η εξάρτηση συνιστά καταισχύνη του συνόλου της αστικής τάξης και χειροπιαστή απόδειξη ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και για το λόγο αυτό, για να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα, υποδουλώνει το λαό, σε συμμαχία με το ξένο κεφάλαιο. Αυτή η ανάλυση του Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό», στο «Η Βαριά Βιομηχανία στην Ελλάδα» του Μπάτση, στο «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» του Μπελογιάννη, ισχύει ακέραια και σε συνδυασμό με τα σημερινά οικονομικά και πολιτικά δεδομένα, η πραγματικότητα βοά: Η εξάρτηση της Ελλάδας βαθαίνει. Πραγματικότητα που για να έχουμε αποτελεσματική πολιτική γενικά (και ειδικά όσον αφορά τη διασύνδεση του ταξικού με το πατριωτικό) δεν γίνεται να αγνοούμε, να θολώνουμε με σχήματα περί «αλληλεξάρτησης», να μισοδεχόμαστε (ή μισοαρνιόμαστε) με φράσεις όπως «ισχυρές εξαρτήσεις», εισάγοντας έτσι στην επιστήμη του μαρξισμού το «ολίγον έγκυος».

6) «Ριζοσπάστης»: Δημοσιεύματα όπως το διήγημα για το δολοφόνο του 15χρονου, τα «πέρασε για λίγο από τον ΔΣΕ» για τον Μίσσιο, ανιστόρητες αναφορές ότι «το ΚΚΕ καμία σχέση δεν έχει με την αριστερά», κείμενα όπου αντί επιχειρημάτων βρίθουν ασυνταξιών και αφορισμών, πρωτοσέλιδα όπου απουσιάζει ή υποβαθμίζεται το σημαντικό της επικαιρότητας (π.χ. θάνατος Τσάβες), δεν συνηγορούν στην εκτίμηση περί «βελτίωσής του».

ΠΡΟΤΑΣΗ: Επαναφορά - επικαιροποίηση του Προγράμματος του 15ου Συνεδρίου, συγκρότηση Αντιιμπεριαλιστικού - Αντιμονοπωλιακού - Δημοκρατικού Μετώπου, με κατεύθυνση την ανατροπή του καπιταλισμού. Ενα Πρόγραμμα πιο αναγκαίο κι από την πρώτη φορά που το εμπνευστήκαμε επειδή ακριβώς τα προβλήματα που επιφέρουν ο ιμπεριαλισμός, τα μονοπώλια, οι αντιδημοκρατικές εκτροπές, η αναβίωση του φασισμού, η καπιταλιστική κρίση, έχουν οξυνθεί στο έπακρο. Το ΑΑΔΜ μπορεί να οικοδομήσει αντικαπιταλιστική συμμαχία, διότι:

Πρώτον, συνδέει τώρα, σήμερα, την πάλη για το καθημερινό πρόβλημα με το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Δεύτερον, είναι πειστικό και το κατορθώνει γιατί λαμβάνει υπόψη, ειδικά στις παρούσες συνθήκες εξαθλίωσης του λαού, ότι πρώτα «Οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση να ζουν για να μπορούν να κάνουν ιστορία» (Μαρξ - Ενγκελς, «Γερμανική ιδεολογία»).

Τρίτον, δεν παραιτείται από κανένα όπλο και από κανένα ενδεχόμενο - έστω και το πιο αμυδρό - στον επαναστατικό αγώνα, μη εξαιρουμένου του ενδεχομένου κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, η οποία θα συνιστούσε διαστρέβλωση αν συσχετιζόταν με «στάδια», με «ενδιάμεσες εξουσίες» ή με την «αριστερή» κυβέρνηση αστικής διαχείρισης που ευαγγελίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ.

Τέταρτον, μιας και εμείς δεν είμαστε Μπλανκιστές ώστε να αδιαφορούμε για τη λαϊκή πλειοψηφία, συνιστά επιτομή του αντικαπιταλιστικού αγώνα γιατί οικοδομεί λαϊκή πλειοψηφία, που δικό της έργο με επικεφαλής την εργατική τάξη είναι η Επανάσταση, καθώς προωθεί τις αναγκαίες συμμαχίες που δεν αποτελούν τίποτα λιγότερο από τον ίδιο τον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου ανατροπής του καπιταλισμού.

Νίκος Μπογιόπουλος
μέλος ΚΟΒ «Ριζοσπάστη»
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

... περί της "βουλής του ηγεμόνα" - νόμος και τάξη ...

*
Κατερίνα Σταυρούλα
("Αναιρέσεις")
***
*
Οι μώλωπες δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις…

Τα Βασανιστήρια… Με βουτάνε από την μπλούζα και με τραβάνε σε ένα άλλο δωμάτιο. «Γιατί με φέρατε εδώ;» «Γιατί πουλάς ναρκωτικά.» μου είπαν και τρώω την πρώτη σφαλιάρα. Ήταν τόσο δυνατή, που βούλωσε το αυτί μου. «Που ήσουν εκείνο το βράδυ;» Τους απαντάω και τρώω τη δεύτερη σφαλιάρα. «Πες την αλήθεια, ρε μαλάκα». Αυτό συνέβαινε επί 6-7 ώρες: με ρωτούσαν και μετά με χτυπούσαν στο κεφάλι, στο σβέρκο, στα μάγουλα. Κάθε μισή ώρα σταματούσαν και με έβαζαν να κοιτάω όρθιος τον τοίχο. «Σκέψου καλύτερα και πες την αλήθεια, γιατί αλλιώς θα φας κι άλλο ξύλο», μου έλεγαν. Ζητούσα νερό…

Οταν αρνήθηκα να δώσω DNA, μπήκαν μέσα 10, φοβήθηκα ότι θα φάω κι άλλο ξύλο κι έτσι έδωσα. Μετά υπέγραψα ένα χαρτί ότι το έδωσα χωρίς βία. Μετά με πήγαν σε ένα άλλο δωμάτιο όπου ένας κύριος μου έλεγε να δώσω ότι ξέρω, γιατί το χωριό μου έχει γίνει Ζωνιανά και πρέπει να ελαφρύνω και τη δική μου θέση και των χωριανών μου. Τι να έλεγα, αφού δεν ήξερα τίποτα; Τότε με πήγαν σε ένα άλλο δωμάτιο. Μπήκαν 10 αστυνομικοί και πιάσανε τις τέσσερις γωνίες. «Τώρα θα παίξουμε πινγκ πονγκ» είπαν κι άρχισαν να με πετάνε ο ένας στον άλλο και φωνάζανε «Μαλάκα, αλήτη, αναρχικέ”. Με άφησαν ελεύθερο στις 20:15. Νερό δεν μου έδωσαν ποτέ.» (από το ρεπορτάζ της Ντίνας Δασκαλοπούλου με τίτλο «Μια μέρα ιδανική για επενδύσεις…» στην Εφημερίδα των Συντακτών, Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013)

Μαρτυρίες βασανιστηρίων σαν κι αυτή όλο και πιο συχνά σπάνε τον φραγμό της παραδοσιακής σιωπής και κάνουν την εμφάνισή τους στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εγχώρια αλλά και διεθνή. Η ατζέντα που προωθείται συστηματικά από την κυβέρνηση, η εμπέδωση του δόγματος «νόμος και τάξη», περνά πλέον φανερά από τη βία, την τρομοκράτηση και τον βασανισμό τόσο «τυχαίων» πολιτών όσο και κρατουμένων. Τα περιστατικά ξεκινούν να απαριθμούνται ήδη από την προεκλογική περίοδο όταν οι αστυνομικές αρχές με τη συναίνεση της δικαιοσύνης παίζουν τον ρόλο του επικοινωνιακού γραφείου των κομμάτων της συγκυβέρνησης και γεμίζουν διαδίκτυο, τηλεοπτικούς δέκτες και πρωτοσέλιδα εφημερίδων με τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα οροθετικών γυναικών που κατηγορούνται, φυλακίζονται, διαπομπεύονται και τελικά μήνες μετά αθωώνονται. Τα επόμενο κρούσματα βασανισμού καταγγέλλονται από τους αναρχικούς συμμετέχοντες στην αντιφασιστική μοτοπορεία και φτάνουν στα αυτιά της ελληνικής κοινωνίας αφού πρώτα έχουν γίνει θέμα σε μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Ο αρμόδιος υπουργός, Ν. Δένδιας, απειλεί πως θα κάνει μήνυση στον Guardian που αποκαλύπτει το θέμα. Στο παιχνίδι του ολοκληρωτισμού όμως. που χτίζεται πλέον συστηματικά, κανείς δεν μιλά για την ταμπακιέρα. Οι βασανισθέντες δεν αφορούν την κυβέρνηση. Η τάξη πρέπει να επικρατήσει.

Και αφού έγινε η αρχή, το φαινόμενο επαναλαμβάνεται αλλά και δημοσιοποιείται πλέον με τέτοια συχνότητα που καταλήγει σχεδόν διαρκές. Με κάθε αφορμή, με επιχειρήσεις «Ξένιος Δίας» και προληπτικής καταστολής διαδηλώσεων, με προσαγωγές χωρίς αφορμή και μηνύσεις επειδή τολμάς να ρωτήσεις το αστυνομικό όργανο γιατί δέρνει έναν άνθρωπο με χειροπέδες στη μέση του δρόμου, με εξαφανίσεις για ώρες από τα χωριά της Χαλκιδικής αλλά και βγάζοντας σου τα ρούχα μέσα στη ΓΑΔΑ όπου βρέθηκες επειδή επισήμανες στον αστυνομικό έλεγχο πως υπερέβαινε τη δικαιοδοσία του. Και τέλος με μώλωπες και αίματα και κεφάλια που κάποια χέρια κρατούν όρθια από τα μαλλιά, με πρησμένα χείλη που περνούν από ρετουσάρισμα στους υπολογιστές της ασφάλειας ώστε να είναι αναγνωρίσιμα τα πρόσωπα των κρατουμένων που δίνονται στη δημοσιότητα για να συγκεντρωθούν «πληροφορίες».

Η «λαμπρότητα» των βασανιστηρίων: αλήθεια όχι, τιμωρία ναι

Το βασανιστήριο θα πρέπει να παράγει πόνο καταμετρημένο με ακρίβεια αν είναι δυνατόν, μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια, μέρος μιας ιεροτελεστίας που στιγματίζει και καταδεικνύει το θρίαμβο της δικαιοσύνης. Στις «υπερβολές» των βασανιστηρίων επενδύεται μια ολόκληρη «οικονομία της εξουσίας».

Αυτή η σύνοψη που χρησιμοποιείται από τον Φουκό στο βιβλίο του «Τιμωρία και Επιτήρηση» ξεκινά από την ιστορία του Νταμιέν, ενός φτωχού που είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον Λουδοβίκο τον 15ο, τον αποκαλούμενο και Λουδοβίκο τον Πολυαγαπημένο και οδηγήθηκε στον τόπο του μαρτυρίου του, στην κεντρική πόρτα της Εκκλησίας των Παρισίων και στη συνέχεια στο ικρίωμα που είχε στηθεί στην πλατεία της Γρέβης. Εκεί, αφού είχε προηγουμένως ομολογήσει δημόσια το έγκλημά του, υπέστη τα πάνδεινα, στη συνέχεια διαμελίστηκε από τέσσερα άλογα, τα μέλη του κάηκαν και οι στάχτες του σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους. Η δικαιοσύνη του ηγεμόνα.

Ψάχνοντας να εντοπίσει κανείς τις διαφορές της συμπύκνωσης του Φουκό με την πραγματικότητα του σήμερα εντοπίζει μια αμέσως. Δεν είναι πλέον απαραίτητη καμία ιεροτελεστία που να πιστοποιεί τον θρίαμβος της δικαιοσύνης. Μπορεί στην πορεία εξέλιξης του αστικού κράτους οι μορφές ποινών που επιβάλλονται από τα δικαστήρια να έχουν υποτίθεται τη μορφή της «επανορθωτικής ποινής» και τα βασανιστήρια να εξαφανίζονται από το φως, σε σκοτεινές υπόγειες αίθουσες ή σε αεροπλάνα εν διαρκή πτήση, στο όνομα του ανθρωπισμού. Μπορεί η δικαστική εξουσία επιπλέον να αποποιείται κάθε τέτοιας πρακτικής. ‘Έτσι όμως πλέον τη θέση του βασανιστή παίρνει αρχικά η μυστική αστυνομία ή η στρατιωτική αστυνομία των δικτατορικού τύπου καθεστώτων. Στη νέα όμως κατάσταση, αυτή της ξέφρενης πτώσης του καπιταλισμού στο χάος της κρίσης, η αστυνομία πρέπει και αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο. Με αυτό το δεδομένο θα πρέπει να επανοριοθετήσουμε το τι περιέχει η έννοια βασανιστήριο.

Κι εκεί πλέον χωράει η κάθε είδους βία που υφίσταται το σώμα, συμπεριλαμβανόμενης φυσικά και της ψυχολογικής, του διασυρμού, της επιβολής φόβου, του καταναγκασμού, της μείωσης της υπόστασης, της καταπάτησης στοιχειωδών δικαιωμάτων, της καταγραφής προσωπικών στοιχείων (από την χωρίς άδεια άρση του τηλεφωνικού απορρήτου μέχρι την συλλογή DNA) του εγκλεισμού χωρίς δίκη, της στέρησης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της στέρησης νερού και τροφής, της στέρησης επικοινωνίας με συγγενείς και δικηγόρους. Όλες οι παραπάνω είναι πλέον πρακτικές που η σύγχρονη αστυνομία εφαρμόζει δεν μπορεί παρά να εμπίπτουν στο πεδίο του βασανισμού. Η δικαιοσύνη μπορεί να μην τιμωρεί με βασανιστήρια αλλά εξόφθαλμα επιτρέπει στην αστυνομία να αναλάβει τον ρόλο του τιμωρού, του εκδικητή αλλά και αυτού που θα παραδειγματίσει το σύνολο της κοινωνίας. Και αυτά στο όνομα της πολιτικής σκοπιμότητας εξουσιών που πρέπει να χαλιναγωγήσουν έναν πληθυσμό που φτωχοποιείται ραγδαία.

Βέβαια δεν υπάρχει καλύτερο χαλινάρι από τον φόβο. Αλλά για να επικρατήσει ο φόβος χρειάζονται τα ζωντανά παραδείγματα του τι συμβαίνει σε όσους παραβαίνουν “τη βουλή του ηγεμόνα”. Γι’ αυτό στα κέντρα κράτησης μεταναστών, χωρίς δίκη και χωρίς δικαιοσύνη, ο αστυνομικός θα περνά χτυπώντας το γκλομπ στα κάγκελα και φωνάζοντας σε αυτούς που δεν θα μάθουν ποτέ γιατί στερήθηκαν την ελευθερία τους “Ένα χρόνο, ένα χρόνο!”. Το ανώτατο όριο κράτησης που επιτρέπει ο νέος νόμος να παραμένουν έγκλειστοι όσοι περνούν τα ελληνικά σύνορα χωρίς χαρτιά θα ακούγεται επαναλαμβανόμενα. Βασανισμός ο εγκλεισμός, βασανισμός και η ήχος της φωνής…

Και το θέαμα…

«Στο μέτρο που η κοινωνία ονειρεύεται την αναγκαιότητα, γίνεται αναγκαίο το όνειρο. Το θέαμα είναι ο εφιάλτης της αλυσοδεμένης σύγχρονης κοινωνίας, που σε τελευταία ανάλυση εκφράζει μόνο την επιθυμία της να κοιμηθεί. Το θέαμα είναι ο φύλακας του ύπνου αυτού.» (Guy Debord, από την Κοινωνία του Θεάματος)

Κάποιοι από τους βασανισμούς που χρησιμοποιεί η ελληνική αστυνομία δεν μένουν πλέον σε φωτογραφίες στα συρτάρια των γραφείων της ασφάλειας. Είναι μια προφανής πολιτική πρακτική που μάλιστα έχει και τη σφραγίδα νομιμοποίησης από δικαστικούς λειτουργούς οι φωτογραφίες αυτές να δημοσιοποιούνται. Δεν αποτελεί πια μεμονωμένο περιστατικό η δημοσιοποίηση των προσώπων των ταλαιπωρημένων οροθετικών γυναικών με πρόσχημα την προστασία των ανυπεράσπιστων πολιτών, ούτε αυτή των χτυπημένων βάναυσα προσώπων των κρατούμενων αναρχικών του Βελβεντού.

Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα οι κινήσεις των διωκτικών αρχών μοιάζουν χορογραφημένες. Ενώ έχουν ήδη προβληθεί βίντεο που τραβήχτηκαν κατά την προσαγωγή των νεαρών η αστυνομία δημοσιοποιεί τα ρετουσαρισμένα πρόσωπά τους. Άμεσα το “κακό φώτοσοπ” γίνεται αντιληπτό και καταγγέλλεται μαζικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ακολουθούν οι καταγγελίες των γονιών και δικηγόρων των κρατουμένων και τα σειρά έχουν μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και η πρώτη πράξη κλείνει με την δημοσιοποίηση των πραγματικών φωτογραφιών από την αστυνομία ώστε να αποδειχτεί πως οι τραυματισμοί δεν έγιναν στα πλαίσια βασανισμού αλλά και με τη βάναυση βουτιά των κορακιών των μέσων ενημέρωσης στις προσωπικές ιστορίες των κρατουμένων.

Οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε θέαμα. Άυλες εικόνες ματωμένων κεφαλιών βρίσκονται παντού. Στην τηλεόραση, κρεμασμένες στο περίπτερο, στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και σε κάθε ανανέωση της σελίδας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης Το σώμα έχει εξαϋλωθεί. Ακόμα και στην περίπτωση καταγγελίας της κτηνωδίας οι καταγγέλλοντες αναπαράγουν τη βεβήλωση. Ο σκοπός «ξεχνά» τα μέσα και η κυρίαρχη εικόνα είναι αυτή των «βιασμένων» σωμάτων. Οι κρατούμενοι δεν έχουν δικαίωμα επιλογής σε κανένα επίπεδο ακόμα κι αν δεν υπάρχει οποιαδήποτε καταδικαστική απόφαση, δεν ρωτιούνται από κανέναν πως θέλουν να διαχειριστούν το σώμα τους ούτε τη θέση τους, χωρίς να έχουν επιλέξει να παραδοθούν έχουν ήδη γίνει έρμαια του θεάματος.

Και ακόμα κι αν το πλαίσιο που γράφτηκε η φράση του Ντεμπόρ είναι εμφανώς διαφορετικό, ακόμα κι έτσι, επιβεβαιώνεται. Το θέαμα υπνωτίζει τους πάντες. Είτε επειδή επιβάλλει το σκοπό τους κράτους και σκορπά φόβο, είτε επειδή ανάγει το «ξεσκέπασμα» αυτών των πρακτικών από τακτική σε στρατηγική, η ουσία παραμένει. Μπροστά στο θέαμα των βασανισμένων οι κοινωνία, κατά πλειοψηφία, απομένει να κοιτάζει. Και αυτό πρέπει να αλλάξει. Ο επίλογος ανήκει πάλι στον Ντεμπόρ:

«Μέσα στον αντεστραμμένο, στην πραγματικότητα, κόσμο, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου.»
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

... Καραμανλής, ο "εθνάρχης" της άλλης όχθης ...

*"Ιος"
***
*

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

Ο σκοτεινός "εθνάρχης"

Η διαφαινόμενη μετατόπιση της πολιτικής σκηνής προς τα δεξιά επικυρώθηκε συμβολικά, στις 6 Μαρτίου, με την ομόθυμη εξύμνηση του ιδρυτή της Ν.Δ .από τις ηγεσίες κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι αντιδράσεις μιας μερίδας της Αριστεράς στην αναγόρευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή σε καθολικό σημείο αναφοράς διασκεδάστηκαν ως αδικαιολόγητη εμμονή σε ξεπερασμένους διαχωρισμούς του παρελθόντος. Είναι όμως έτσι;

Από μια άποψη, θα “πρεπε να το περιμένουμε. Η αγιοποίηση του Καραμανλή προωθείται εδώ και καιρό από το ομώνυμο ίδρυμα που σύστησε ο ίδιος το 1983, με αποκλειστικό σκοπό, όπως εξηγεί ο πρώτος πρόεδρός του, «να βοηθήσει στην υστεροφημία του» και -ταυτόχρονα- «στην ιστορική έρευνα των ετών που αυτός πρωταγωνίστησε στον πολιτικό στίβο» (Κων/νος Τσάτσος, «Λογοδοσία μιας ζωής», Αθήνα 2001, σ. 462).

Η σταδιοδρομία του ιδρυτή της Ν.Δ. περιέχει όμως πάμπολλα σκοτεινά σημεία, εξαιρετικά επίκαιρα, μάλιστα: λεηλασία των ασφαλιστικών ταμείων διά της μετατροπής των αποθεματικών τους σε δάνεια προς τους ιδιώτες «επενδυτές», «αναστολή πάσης διώξεως Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου» (ΝΔ 4016/59), οικονομικά σκάνδαλα διαφόρων «κουμπάρων» ή και μελών της οικογένειας Καραμανλή (βλ. δίπλα). Η «αποικιακή» σύμβασή του με την Πεσινέ υποχρέωσε τη ΔΕΗ να παρέχει στην εταιρεία τεράστιες ποσότητες ρεύματος σε εξευτελιστική τιμή για 50 χρόνια, προκαλώντας την οργή ακόμη και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που διακήρυξε τότε ότι «καμία υπογραφή και καμία σύμβασις δεν είναι δυνατόν να υποχρεώση τον Ελληνικόν λαόν εις το διηνεκές να είναι φόρου υποτελής εις ορισμένους έξυπνους κυρίους της αλλοδαπής» (30.11.1960). Τελικά ο Καραμανλής γλίτωσε το ειδικό δικαστήριο γι’ αυτή την υπόθεση μόνο και μόνο επειδή η Βουλή αποφάνθηκε, το 1965, ότι το αδίκημα είχε παραγραφεί.

Η σκοτεινότερη πτυχή της βιογραφίας του, που θα μας απασχολήσει εδώ, αφορά ωστόσο τη διαχρονικά προβληματική σχέση του «εθνάρχη» με τη δημοκρατία.

Η πολιτική ως «ψυχολογικός πόλεμος»

Η ανάρρηση του Καραμανλή στην κορυφή της πολιτικής ξεκίνησε με την αυθαίρετη επιβολή του ως ηγέτη της Δεξιάς από τον βασιλιά Παύλο, που το 1955 τον διόρισε πρωθυπουργό, παρακάμπτοντας τόσο τις εσωτερικές διαδικασίες του κυβερνώντος κόμματος όσο και τον διάδοχο που είχε χρίσει ο εκλιπών προκάτοχός του, στρατάρχης Παπάγος. Η φημολογούμενη απόδοση της πρωθυπουργοποίησής του στις ανορθόδοξες σχέσεις που είχε καλλιεργήσει με τα Ανάκτορα δεν είναι φυσικά δυνατόν να επαληθευτεί. Απολύτως τεκμηριωμένο είναι, αντίθετα, το γεγονός πως η CIA είχε ενημερωθεί από τον βασιλιά για τον επικείμενο διορισμό του δύο ολόκληρες βδομάδες πριν από τον θάνατο του Παπάγου. Η επιλογή του έγινε ευμενώς δεκτή από την Ουάσινγκτον, καθώς ο Καραμανλής είχε ήδη βολιδοσκοπηθεί από τον Αμερικανό πρέσβη και θεωρούνταν διατεθειμένος «να βάλει “μετά τιμής” το Κυπριακό στο ράφι» («Foreign Relations of the United States 1955-57», τ. 24, Ουάσινγκτον 1989, σσ. 542-5).

.
Εξίσου προβληματικό, από άποψη δημοκρατικής νομιμοποίησης, υπήρξε και το επόμενο βήμα. Ο Καραμανλής ξεκίνησε την ηγετική διαδρομή του με μια ξεκάθαρη ήττα, που ένα τερατώδες εκλογικό σύστημα μετέτρεψε σε κοινοβουλευτική επικράτηση: Στις εκλογές της 19.2.1956 το κόμμα του (ΕΡΕ) ήρθε δεύτερο, με 47,38% έναντι 48,15% της κεντροαριστερής Δημοκρατικής Ενωσης, έβγαλε όμως 165 βουλευτές έναντι 135 των αντιπάλων του. Το θαύμα οφειλόταν στο ιδιόμορφο «τριφασικό» σύστημα που ο ίδιος είχε θεσπίσει: πλειοψηφικό στις μικρές περιφέρειες, σχεδόν πλειοψηφικό στις μεσαίες και αναλογικό στις μεγάλες (Αθήνα – Πειραιά – Θεσ/νίκη – Λάρισα), όπου υπερείχε σαφώς η Κεντροαριστερά.
.
Ως άτομο, ο εθνάρχης δε διακρινόταν ιδιαίτερα για τις δημοκρατικές ευαισθησίες του. «Η πολιτική δεν είναι παρά πόλεμος ψυχολογικός, που δεν τον κερδίζει παρά εκείνος ο οποίος εμπνέει πεποίθησιν και αν θέλης και φόβον», έγραφε το 1965 στον διάδοχό του Παναγιώτη Πιπινέλη («Αρχείο», τ. 6ος, σ. 199). Μιαν άλλη πτυχή της ιδιοσυγκρασίας του σκιαγραφεί στα απομνημονεύματά του ο στενός συνεργάτης του Κων/νος Τσάτσος: «Ο Καραμανλής ποθούσε ο επί του Τύπου Υπουργός να κατευθύνει τις εφημερίδες και ο επί της Δικαιοσύνης τους δικαστές στα θέματα του Τύπου» (όπ.π., σ. 337).
.
Ενα πρώτο δείγμα αυταρχισμού πρόσφερε η καταστολή των διαδηλώσεων του 1956 για το Κυπριακό με πραγματικά πυρά και αποτέλεσμα τον θάνατο τριών τουλάχιστον διαδηλωτών. Η κορύφωση ήρθε, ωστόσο, μετά τις εκλογές του 1958, όταν η ΕΔΑ αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση με 24,4% των ψήφων. Ο Καραμανλής απάντησε σ’ αυτή την αριστερή στροφή του εκλογικού σώματος διορίζοντας ένα στέλεχος της μεταξικής δικτατορίας, τον Ευάγγελο Καλαντζή, ως υφυπουργό Ασφαλείας: «Η ΕΔΑ έβγαλε 79 βουλευτάς. Σε θεωρώ ικανό και κατάλληλον να την αντιμετωπίσης τόσον εις την Βουλήν, όσο και εκτός της Βουλής», ήταν οι οδηγίες που του έδωσε (Ευ. Καλαντζής, «Σαράντα χρόνια αναμνήσεις», Αθήνα 1969, σ. 133). Το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε στις 3 Ιουλίου, με την εισβολή της αστυνομίας στα κεντρικά γραφεία του κόμματος. Ακολούθησε στις 5 Δεκεμβρίου η σύλληψη του Μανόλη Γλέζου, οργανωτικού γραμματέα της ΕΔΑ και διευθυντή της «Αυγής», με την κατηγορία της… κατασκοπίας και η καταδίκη του σε πενταετή κάθειρξη για τη μη κατάδοση παράνομων στελεχών του ΚΚΕ (22.7.1959).
.
Δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου, όσων θα τραβούσε ο ανώνυμος κόσμος της Αριστεράς. «Από την επομένη των εκλογών του 1958 ελήφθησαν σκληρά μέτρα κατά των οπαδών της ΕΔΑ», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός χωροφύλακα της εποχής. «Οι αριστεροί καλούνταν στις αστυνομικές αρχές και τους ζητούσαν φορτικά να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του ΚΚΕ και των παραφυάδων του. Οσοι αρνούνταν να υπογράψουν δηλώσεις και εξεδήλωναν την αντίθεσή τους στα καταπιεστικά μέτρα των αρχών, ξυλοφορτώνονταν άγρια» (Ναπολέων Δοκανάρης, «Η μεταπολεμική Ελλάδα», Ιωάννινα 2004, σ. 116).
.
Μέρος της ίδιας πολιτικής υπήρξε η σύσταση του διαβόητου «παρακράτους», ενός πλέγματος κρατικών υπηρεσιών και κρατικοδίαιτων φασιστικών οργανώσεων με αποστολή τη βίαιη πάταξη της Αριστεράς. Η εξωθεσμική εκτροπή αποφασίστηκε την επαύριο των εκλογών του 1958 σε μια σύσκεψη του Καραμανλή και συνεργατών του στην Κηφισιά. Την καθοδήγησή της ανέλαβε αρχικά μια «αφανής επιτροπή» υπουργών: Ευάγγελος Αβέρωφ (Εξωτερικών), Κων/νος Τσάτσος (Προεδρίας), Αριστείδης Δημητράτος (Εργασίας), Ευάγγελος Καλαντζής (Ασφαλείας), συν ο αρχηγός της ΚΥΠ Αλέξανδρος Νάτσινας. Τον Αύγουστο του 1960 τη διαδέχθηκε, με απόφαση πάλι του Καραμανλή, μια «Δευτεροβάθμια Συντονιστική Επιτροπή» αποτελούμενη κυρίως από στρατιωτικούς, με γραμματέα τον μετέπειτα δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Αποκορύφωμα της δράσης του παρακράτους αποτέλεσαν οι εκλογές απροκάλυπτης βίας και νοθείας του 1961, με τις οποίες η ΕΔΑ επανήλθε στην τρίτη θέση και ο εθνάρχης διασφάλισε μιαν ακόμη θητεία στα ηνία της χώρας.
.
Ακολούθησε η απόπειρα μονιμότερης θεσμικής σκλήρυνσης, με την εξαγγελία (21.2.1963) μιας συνταγματικής «βαθείας τομής» που πρόβλεπε την απαγόρευση της «καταχρηστικής» άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, απαγόρευση της απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων, περιορισμό του δικαιώματος έκδοσης εφημερίδων, μη υπαγωγή των πολιτικών εγκλημάτων στα ορκωτά δικαστήρια, σύσταση ειδικού δικαστηρίου για την απαγόρευση όσων κομμάτων «κατατείνουν εις την ανατροπήν των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος», ακόμη και ποινικοποίηση των αγορεύσεων ή της ψήφου των βουλευτών στο Κοινοβούλιο. Στόχος της αναθεώρησης ήταν η λήψη «ριζοσπαστικών μέτρων» για την επιτάχυνση της «οικονομικής αναπτύξεως», με το σκεπτικό πως «η κοινοβουλευτική μηχανή απέβη τροχοπέδη εις την αντιμετώπισιν των απαιτήσεων της εποχής».
.
Ευτυχώς για τον τόπο, ο Καραμανλής δεν πρόλαβε να επιφέρει τη «βαθιά τομή» του στο σώμα τής (έστω και καχεκτικής) ελληνικής Δημοκρατίας. Οταν τον Μάιο του 1963 το παρακράτος δολοφόνησε τον αριστερό βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη και η ανάκριση άρχισε να ξηλώνει τον μίτο των «αφανών» δικτύων που είχαν υφανθεί το 1958, παραιτήθηκε και την κοπάνησε στο Παρίσι με το ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης».
.
Η σκοτεινή επταετία
.
Ολα αυτά είναι γνωστά και παραδεκτά απ’ όλους, εκτός από τον σκληρό πυρήνα της Ν.Δ. και τους κατ’ επάγγελμα υμνητές του εκλιπόντος. Διαφορετική είναι όμως η αντιμετώπιση της δεύτερης, μεταπολιτευτικής καραμανλικής πρωθυπουργίας (1974-80). Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, που εξέφρασε και ο Αλέξης Τσίπρας κατά την πρόσφατη ομιλία του στο Ιδρυμα, το 1974 επέστρεψε από το Παρίσι «ένας άλλος Καραμανλής»: δημοκρατικός, εκσυγχρονιστής, ακόμη και «σοσιαλμανής», όπως τον κατηγόρησε τότε ο ΣΕΒ.
.
Στην πραγματικότητα, αυτή η αποτίμηση παρουσιάζει ως «αλλαγή» του Καραμανλή τις ριζικά διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες των δυο εποχών. Ο «εθνάρχης» παρέμεινε εξίσου αντιδημοκράτης όπως πάντα, ήταν όμως αρκετά ευφυής για ν’ ανεχθεί σε κάποιο βαθμό την πάνδημη απαίτηση για πραγματικό εκδημοκρατισμό, προτού επιχειρήσει να ξανακινηθεί στην κατεύθυνση της «βαθιάς τομής» του 1963.
.
Εξαιρετικά εύγλωττα είναι τα σχέδια που ο ίδιος εκπόνησε στη διάρκεια της δικτατορίας, για την επιθυμητή μετάβαση από τη χούντα σ’ ένα καθεστώς ελεγχόμενης δημοκρατίας. Καταγεγραμμένα στον (εμφανώς λογοκριμένο αλλά παρ” όλα αυτά αποκαλυπτικότατο) έβδομο τόμο του δημοσιευμένου «Αρχείου» του και σε μια σειρά άλλες πηγές, θα έπρεπε ν’ αποτελούν κτήμα του σημερινού πολιτικοποιημένου Ελληνα. Δυστυχώς, όμως, το κυριολεκτικό «θάψιμό» τους από την οργανωμένη αγιογραφία του «εθνάρχη» έχει καθηλώσει τη συλλογική μνήμη στο επίπεδο των επετειακών τηλεοπτικών αφιερωμάτων.
.
Από το Παρίσι, ο Καραμανλής την επομένη της 21ης Απριλίου 1967 εξέφρασε μεν δημόσια τη «λύπη» του «διά την δραματικήν τροπήν την οποίαν έλαβεν η εν Ελλάδι κατάστασις», απέφυγε όμως προσεκτικά οποιαδήποτε καταδίκη των πραξικοπηματιών, καταλογίζοντάς τους μάλιστα διακριτικά «το ελαφρυντικόν της συγχύσεως». Ως μοναδικό υπεύθυνο της τραγωδίας κατήγγειλε τον… Γεώργιο Παπανδρέου, που «διέπραξε το σφάλμα να εξαπολύση θύελλαν παθών και απειλών θεσμούς και πρόσωπα να δημιουργήση το κλίμα το οποίον εξέθρεψε το σημερινόν πραξικόπημα».
.
Οι διατυπώσεις αυτές δεν ήταν τυχαίες. Αποτελούσαν το πρώτο βήμα για μια υπόγεια επαφή με τη χούντα, με στόχο την ανάδειξη του ίδιου σε πρωταγωνιστή της επιθυμητής μετάβασης. Στις 20.6.1967 ο Καραμανλής στέλνει έτσι συγχαρητήρια επιστολή στον χουντικό «πρωθυπουργό» Κόλλια, εκτιμώντας ότι κάποιες δηλώσεις του «επιβεβαιώνουν την θέλησιν της Κυβερνήσεως όπως αποκαταστήση την ομαλότητα, και μάλιστα επί υγιεστέρων βάσεων, διά του εκσυγχρονισμού του πολιτεύματος της χώρας». Θεωρεί πως οι πραξικοπηματίες «εκινήθησαν με αγαθάς προθέσεις», «δεν αποκρύπτει» όμως την ανησυχία του «ότι ήτο δυνατόν να εκτραπή η επανάστασις προς επιδιώξεις αντιθέτους προς την αποστολήν της», προσδίδοντας «εις την μεταβολήν του παρελθόντος Απριλίου κάποια μορφή μονίμου καθεστώτος». Συνιστά, ως εκ τούτου, στην «Επαναστατικήν Κυβέρνησιν» να εμπιστευθεί την πρωτοβουλία των εξελίξεων στο βασιλιά («Αρχείο», τ. 7ος, σσ. 28-9).
.
Το σχέδιό του για τη διαδοχή αναλύεται σε επιστολή του προς τον Κωνσταντίνο (9.11.1967): «Παράλληλα προς την προσπάθειαν της απομακρύνσεως των επαναστατών», συμβουλεύει, «θα πρέπει να παρασκευάσητε ή τουλάχιστον να σχεδιάσητε κατά νουν την Κυβέρνησιν η οποία θα διαδεχθή την παρούσαν κατάστασιν και θα οδηγήση σταδιακώς και ακινδύνως την χώραν εις την ομαλότητα. Η Κυβέρνησις αυτή θα πρέπει να είναι ικανή να κρατήση πλήρη τον έλεγχον της καταστάσεως, δεδομένου ότι η απομάκρυνσις των επαναστατών θα δημιουργήση πιθανότατα κλίμα επικίνδυνον. Αλλά, προ παντός, θα πρέπει να είναι ικανή να πραγματοποιήση την μεταρρυθμιστικήν εκείνην επανάστασιν της οποίας έχει ανάγκην η χώρα». Χωρίς εκλογές και «ασκούσα εκτάκτους εξουσίας», όφειλε ν’ αναδομήσει μέσα σ’ ένα χρόνο την ελληνική κοινωνία: να καταρτίσει «αυστηρόν» Σύνταγμα θεσπίζοντας «την κυβερνουμένην αντί της κυβερνώσας Δημοκρατίας», «να αναδιοργανώση την διοίκησιν και την παιδείαν», «να εξυγιάνη διά ριζικών και αντιδημοτικών μέτρων την οικονομίαν της χώρας», «να λύση το Κυπριακόν» και, τέλος, «να διεξαγάγη δημοψήφισμα και εν συνεχεία εκλογάς με το κατάλληλο διά τας περιστάσεις εκλογικόν σύστημα» (όπ.π., σσ. 42-4). Με δυο λόγια, ο Καραμανλής αυτοπροτεινόταν ως ικανότερος υποψήφιος για την εφαρμογή του «γύψου» που είχε ήδη επιβάλει ο Παπαδόπουλος.
.
Η προοπτική υλοποίησης του σχεδίου εκμηδενίστηκε απ’ το οπερετικό βασιλικό κίνημα της 13.12.1967 και τη φυγή του Κωνσταντίνου στο εξωτερικό. Ομως ο εθνάρχης δεν το “βαλε κάτω. «Μετά την εκδίωξιν της Χούντας δεν επιθυμώ την επάνοδον του παλαιού αμαρτωλού καθεστώτος», διαβεβαιώνει στις 19.5.1969 τον αυλάρχη του βασιλιά. «Διά τούτο, είμαι της γνώμης ότι εκλογαί δεν πρέπει να γίνουν αμέσως, πρέπει να προηγηθεί ένα συμμάζεμα» (Παπάγος 1999, σ. 173).
.
Την ίδια συνταγή εισηγείται και σε διάφορους παράγοντες που συνδέονται με το καθεστώς. «Η επανάστασις, άπαξ και εγένετο, προσφέρει μίαν ευκαιρίαν ανασυντάξεως της ζωής του έθνους», διαβάζουμε σε επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο (6.9.1969). «Η ευκαιρία αυτή θα πρέπη να αξιοποιηθή διά να καταστή εις το μέλλον δυνατή η λειτουργία της Δημοκρατίας εις τον τόπον μας. Και θα αξιοποιηθή εάν η επανάστασις: 1) Πιστέψη ειλικρινώς εις τον μεταβατικόν της χαρακτήρα. 2) Λάβη τα αναγκαία και γνωστά εις όλους μας μέτρα διά την εξυγίανσιν της εθνικής μας ζωής, αδιαφορούσα διά την δημοτικότητά της. 3) Καταρτίση Σύνταγμα της κυβερνουμένης αντί της κυβερνώσης Δημοκρατίας, και 4) δημιουργήση τας προϋποθέσεις ακινδύνου επανόδου εις την ομαλότητα. Διότι δεν θα σημαίνη βέβαια αποκατάστασιν της ομαλότητος η επάνοδος εις την υφισταμένην προ του κινήματος κατάστασιν» («Καθημερινή», 17.4.2005).
.
Αυτή η εμμονή με το όραμα της «κυβερνουμένης και ουχί κυβερνώσης Δημοκρατίας» θα διαρκέσει μέχρι τέλους. Το διαπιστώνουμε από μια συνομιλία του εθνάρχη με τον καθηγητή Θεόδωρο Κουλουμπή (18.4.1972), όπως καταγράφεται στο ημερολόγιο του τελευταίου: «Εχει την αίσθηση ότι η διάδοχη της χούντας κατάσταση θα πρέπει να είναι μια κυβέρνηση με ενισχυμένες εξουσίες (μια άλλη χούντα;) η οποία θα φροντίσει για την ομαλή μετάβαση και δεν θα επιτρέψει στο ‘πεζοδρόμιο’ να πάρει τον έλεγχο της κατάστασης και να οδηγήσει τη χώρα στο χάος». Συμπέρασμα του καθηγητή ήταν πως «ο Καραμανλής αντιπροσωπεύει την πραγματική γέφυρα με τη χούντα» για μια διατεταγμένη μεταπολίτευση («Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού», Αθήνα 2001, σσ. 142 και 147).
.
Η υποψηφιότητά του αυτή ερμηνεύει και τη συνειδητή αποφυγή κάθε αντιστασιακής κίνησης, που θα έθετε σε κίνδυνο το προφίλ του ως διαμεσολαβητή. «Δεν βλέπει την ανάγκη να κάνει ή να πει ο,τιδήποτε τώρα», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο αυλάρχης του Κωνσταντίνου, ύστερα από μια συνάντησή τους (4.4.1968). «Το αυτό συνιστά να κάνει και ο Βασιλεύς. Επί του παρόντος, τίποτε απολύτως» (Παπάγος 1999, σ. 84). Σε όσους δηλώνουν απογοητευμένοι από την αδράνειά του, προφασίζεται μισοκακόμοιρα αδυναμία: «Πώς να διεξάγω τον αγώνα; Με τον Μητσοτάκη, τον οποίον δεν θέλουν καν να ακούσουν στην Ελλάδα, ή με το σωφέρ μου, τον Θόδωρο;» (σ. 199). Εξίσου εύγλωττη είναι και μια άλλη μέριμνά του: «Πρέπει να αρχίσει η έρευνα διά την εξεύρεση οικονομικών μέσων, διότι χωρίς αυτά δεν γίνεται τίποτε. Είναι ατύχημα ότι σχεδόν όλοι οι εφοπλιστές έχουν προσχωρήσει στη χούντα. Δεν αποκλείεται, όμως, να αναλογιστούν και το αύριο» (σ. 185).
.
Η μακρόσυρτη Μεταπολίτευση
.
Αυτό το «αύριο» ήρθε με την κατάρρευση της χούντας στις 23 Ιουλίου 1974, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής που η ίδια προκάλεσε ανατρέποντας το Μακάριο. Η πανικόβλητη παράδοση της εξουσίας από το στρατό σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία μετείχαν όλοι οι πολιτικοί του Κέντρου και της Δεξιάς, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά της τομής. Ο Καραμανλής κλήθηκε απλώς την τελευταία στιγμή, αφού είχε ήδη αποφασιστεί ο σχηματισμός της κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
.
Τα σχέδιά του περί «κυβερνουμένης δημοκρατίας» δεν ήταν, ωστόσο, δυνατόν να εφαρμοστούν, για δυο κυρίως λόγους:
.
* Η λαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου μπορεί να μην ανέτρεψε τη χούντα, είχε ωστόσο καταστήσει σαφή την αδυναμία ομαλού αυτομετασχηματισμού του καθεστώτος, δίχως πραγματική αποκατάσταση των λαϊκών ελευθεριών.
.
* Η κυπριακή τραγωδία είχε απονομιμοποιήσει πλήρως τους μηχανισμούς της εθνικοφροσύνης, πάνω στους οποίους θα στηριζόταν αναγκαστικά η διαχείριση μιας συντεταγμένης μετάβασης.
.
Ο Καραμανλής ανέχτηκε έτσι αναγκαστικά την πολύ περισσότερες ελευθερίες απ’ ό,τι ο ίδιος επιθυμούσε, προσπάθησε όμως τα κατοπινά χρόνια ν’ αναιρέσει αυτό το «άνοιγμα» με την υιοθέτηση όλο και πιο αυταρχικών μέτρων – από τον αντεργατικό Ν. 330/76, βάσει του οποίου τσακίστηκε ο εργοστασιακός συνδικαλισμός, μέχρι την αποτυχημένη απόπειρα αναβίωσης των εκτοπίσεων, τον Νοέμβριο του 1976. Τυπική αποκρυστάλλωση αυτής της σταδιακής σκλήρυνσης συνιστά η αντιμετώπιση της επετειακής πορείας του Πολυτεχνείου: ανενόχλητη το 1974-75, περιορίστηκε το 1976 μέχρι τη Βουλή κι απαγορεύθηκε εντελώς το 1977, με ανελέητο ξυλοδαρμό όσων δοκίμασαν να την πραγματοποιήσουν.
.
Αντιμέτωπος με το φάσμα μιας βέβαιης ήττας στις εκλογές του 1981, θα σκαρφαλώσει το 1980 στην προεδρία της Δημοκρατίας. Με την κίνηση αυτή, εξηγεί ο προκάτοχος και στενός συνεργάτης του, «διαφυλασσόταν ως ένα τελευταίο έρρεισμα της πολιτικής μας ζωής», ως «ο μοναδικός ανασχετικός φραγμός στη γνωστή αριστερή πολιτική του Πασόκ» (Τσάτσος, όπ.π., σσ. 471-2). Για τον σκοπό αυτό, διαπιστώνουμε από το (αγρίως λογοκριμένο) σχετικό τμήμα του «Αρχείου» του, εκτός από τις συνταγματικές υπερεξουσίες με τις οποίες ο ίδιος είχε εφοδιάσει το θεσμό (απόλυση πρωθυπουργού κ.λπ.), επέσειε επίσης το φόβητρο ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος (βλ. «Ιός» 22.7.2007).
.
Η Μεταπολίτευση δεν θα ολοκληρωθεί έτσι παρά στις 9 Μαρτίου 1985, με την αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Ανδρέα Παπανδρέου ότι δεν θα συμβάλει στην επανεκλογή του. Η αναίμακτη αποκαθήλωση του «εθνάρχη» παρείχε την οριστική επιβεβαίωση πως η Ελλάδα ήταν όντως πλέον μια φυσιολογική δημοκρατία.
.
Το σκανδαλώδες υπόβαθρο του Ιδρύματος
.
Το Ιδρυμα Καραμανλή στεγάζεται από το 1987 σε οικόπεδο της Φιλοθέης το οποίο, όπως υπενθυμίζει ο ιστότοπός του, «προσέφερε ο ίδιος» ο εθνάρχης «ταυτόχρονα με την κατάθεση του προσωπικού του αρχείου». Αυτό που δεν λέγεται είναι πως η αγορά αυτού του οικοπέδου το 1957 από τον τότε πρωθυπουργό θεωρήθηκε καραμπινάτο σκάνδαλο, που ο αντιπολιτευόμενος Τύπος της εποχής θεωρούσε ικανό να θέσει τέρμα στην πολιτική του σταδιοδρομία.
.
Η αγορά των 6 στρεμμάτων (11.000 «πήχεων») έγινε στις 11.4.1957 από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης (του οποίου ο ίδιος ο Καραμανλής δεν ήταν μέλος), στην εξευτελιστική τιμή των 34 δρχ./πήχη, ενώ η τιμή αγοράς στην περιοχή ανερχόταν σε 200 δρχ. Βάσει του συμβολαίου, ο μεν συνεταιρισμός ανέλαβε να περιβάλει ιδίοις εξόδοις το επίμαχο οικόπεδο με τους απαραίτητους δρόμους, ο δε πρωθυπουργός απόλαυσε εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής. Εναν χρόνο νωρίτερα, άλλα 2 στρέμματα είχαν παραχωρηθεί με παρόμοιους όρους στη νύφη του Αλίκη, μητέρα του Κώστα Καραμανλή τζούνιορ. Τα μέλη του συνεταιρισμού δεν δικαιούνταν, αντίθετα, ν’ αγοράσουν παρά ένα μόνο στρέμμα – κι αυτό, εφόσον ανήκαν στους τυχερούς που επιλέγονταν με κλήρωση.
.
Για την αμηχανία που αυτή η υπόθεση προκαλεί στους υμνητές του «εθνάρχη», αποκαλυπτικά είναι τα απομνημονεύματα του στενού συνεργάτη του (και πρώτου προέδρου του Ιδρύματος) Κωνσταντίνου Τσάτσου, υπουργού Προεδρίας εκείνη την εποχή.
.
«Θυμάμαι», γράφει, «πως όταν τότε ανέβαινε επικίνδυνα η λίρα και πανικός φυσούσε στο Χρηματιστήριο, αισθάνθηκα ότι κάτι συνταρακτικό έπρεπε να κάνει η Κυβέρνηση για να σταματήσει το κακό. Κατέβηκα τότε νωρίς το πρωί στο γραφείο του Καραμανλή και του λέω ευθέως: “Θα αναγγείλωμε τη θέσπιση του “Πόθεν Εσχες’”. Ο Καραμανλής μού απάντησε με ένα οργίλο και ειρωνικό βλέμμα. “Σκεφθήτε το”, του λέω. Την άλλη μέρα το πρωί με κάλεσε ο Καραμανλής: “Πώς το σκέφτηκες αυτό το “Πόθεν Εσχες;’” Του εξήγησα τι εντύπωση θα κάνει και πως η εντύπωση αυτή θα εκτοπίσει τις άλλες εντυπώσεις. Την ίδια μέρα το συζήτησε και με άλλους συναδέλφους και ανακοινώθηκε το βράδυ η απόφαση της Κυβερνήσεως. Ολοι, και εγώ ακόμα, έκπληκτοι την επομένη πληροφορηθήκαμε ότι η κατρακύλα της δραχμής στο Χρηματιστήριο σταμάτησε. Ολοι μιλούσαν για την έκταση του “Πόθεν Εσχες”. Η μια ανοησία διώχνει την άλλη» («Λογοδοσία μιας ζωής», σ. 347).
.
Αυτό που ο Τσάτσος συνειδητά αποσιωπά είναι η αρχική «ανοησία» που προκάλεσε την πτώση της δραχμής κι εξοβελίστηκε από την προσχηματική καθιέρωση του «πόθεν έσχες». Οπως διαπιστώνουμε από τις εφημερίδες των ημερών, η εξαγγελία του μέτρου προέκυψε στις 15.12.1960 ως απάντηση σ’ ένα κύμα σκανδάλων που απειλούσε να πνίξει την κυβέρνηση της ΕΡΕ. Η αρχή είχε γίνει με τον υφυπουργό Οικισμού Εμμανουήλ Κεφαλογιάννη, που κατηγορούνταν για ανάμειξη σε καλλιέργεια χασίς και παράνομες ρουλέτες και παραιτήθηκε όταν επιβεβαιώθηκε η εκ μέρους του αντιποίηση της ιδιότητας του δικηγόρου (30.11.1960), η κορύφωση όμως ήρθε με τα «βραχώδη οικόπεδα» της οικογένειας Καραμανλή στη Φιλοθέη, η απόκτηση των οποίων έθιγε την υπόληψη του ίδιου του πρωθυπουργού.
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

... ύμνος για ένα λυτρωτικό "ΟΧΙ" ...

*
Αλκίνοος Ιωαννίδης
***
*

Όταν κλαίγαμε το '74...

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει.

Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με: Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ό,τι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο» λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνονται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μας γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα. Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο! Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μαντάμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μαντάμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα! Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ' έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το '74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ' αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί ό,τι ποτέ μας κράτησε σ' αυτόν τον τόπο ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής είναι σημαντικότερο απ' ό,τι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι» φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες» τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως όποιο κομμάτι μάς έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει «plan B». Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στον νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς «Όχι». Έστω και για μια στιγμή. Ένα «Όχι» καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας «Ναι».

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.
---
*

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

... Καραϊσκάκης: Μια υπόθεση για το CSI ...

*
Άρης Χατζηστεφάνου
***
*

Ο ιατροδικαστής Φ. Κουτσάφτης ανοίγει τον φάκελο Καραϊσκάκη

Θάνατος στη μάχη
ή δολοφονία από ελληνικό χέρι

«Με πετυχαίνετε σε μια εκταφή, αλλά μπορείτε να περάστε από το γραφείο μου… Αναπαύσεως 10» μου είπε όταν κλείσαμε το πρώτο ραντεβού. Ίσως ήμουν από τους λίγους ανθρώπους που δέχτηκαν με τόση χαρά και κυρίως ανακούφιση μια πρόσκληση στην ιατροδικαστική υπηρεσία.

Παλαιότερα ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι αν ζητούσα από τον μεγαλύτερο ιατροδικαστή της χώρας ένα «πόρισμα» για τις συνθήκες θανάτου του Γεώργιου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, θα μου έκλεινε το τηλέφωνο. Ποιος τολμά να ενοχλήσει τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών για μια υπόθεση που έκλεισε το 1827; Ο Φίλιππος Κουτσάφτης όμως δέχθηκε με ενθουσιασμό την πρόταση. Για την ακρίβεια αντέδρασε λες και περίμενε εδώ και καιρό μια ευκαιρία για να συνδυάσει τις δυο αγαπημένες του ασχολίες, την μελέτη της Ιστορίας και την ιατροδικαστική.

Για το συγκεκριμένο πόρισμα βέβαια δεν απαιτούνταν η παρουσία του στον τόπο του συμβάντος. Το πτώμα είχε μεταφερθεί από την πρώτη στιγμή στη Σαλαμίνα ενώ οι συνεχείς επιχωματώσεις στο Νέο Φάληρο είχαν αλλάξει οριστικά τη γεωγραφία του εδάφους στην περιοχή. Παρόλα αυτά, πριν τον συναντήσω αποφάσισα να επιθεωρήσω μόνος μου τον «τόπο του εγκλήματος»…

Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι σταματημένος στο φανάρι έξω από το κτίριο της Καθημερινής κοντά στις εκβολές του Κηφισού. Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπευδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απέναντί τους, προς την πλευρά της Καστέλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μια από τις σημαντικότερες μάχες της ελληνικής επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιός της καλογριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητικό κλίμα. Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φάληρο όμως είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα Πίστευε ότι οι δυο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής – ο Τσωρτς για τον στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό – τον οδηγούσαν σε βέβαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της βρετανικής αυτοκρατορίας.

Αυτός, όπως εξηγούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς «ήθελε να εφαρμόσει την δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού». Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827 μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.

Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη αφαιρώντας τη ζωή του αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία ότι ο δράστης ήταν Έλληνας και τον πυροβόλησε πισώπλατα. Ο Γιάννης Βλοχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημ. Φωτιάδης ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δυο Βρετανούς αξιωματικούς. Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο Καραϊσκάκης: «Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς μέσα στις λίγες ημέρες που βρίσκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κάτω από τον έλεγχό της. […]. Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολοφονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νικόλαο Κασομούλη ο ίδιος ο Καραϊσκάκης λίγες ώρες πριν πεθάνει άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας είπε στους συναγωνιστές του: «Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω ας μου κλάσει τον πούτσο και αυτός».

Παρόλα αυτά νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.

Ο ιατροδικαστής και ο ιστορικός

«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI» μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης καθώς με ξεναγούσε στα εργαστήρια της υπηρεσίας. Όταν βέβαια τον ρώτησα αν παρακολουθεί την αμερικανική σειρά έδειξε μάλλον καχύποπτος: «Με αυτούς θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέραμε» μου είπε.

Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημ. Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συνηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασομούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση» που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που είχε ετοιμάσει για εμάς.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος ενώ η πύλη εισόδου του τραύματος και η φορά της βολίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από πίσω ενώ και ο δράστης βρισκόταν και αυτός σε υψηλό σημείο – κατά πάσα πιθανότητα όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφερε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υποστηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στην βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμεσα θανατηφόρο.

Εάν δεχθούμε λοιπόν ως ακριβείς τις περιγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγάλες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστήριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας. Έπρεπε για άλλη μια φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύσης Τζάκης, καθηγητής ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν τον θάνατο του Καρϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης» είναι ιδιαίτερα μεγάλη: «Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους, ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822-1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826-1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον ως καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες». Παρόλα αυτά ο Δ. Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού- αστυνόμου.

«Ο ιστορικός», μάς λέει «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας “κίνητρα” και πιθανούς “ενόχους”. Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά». Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωρόχρονο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Δ. Τζάκης «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος.

Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε» μας λέει ο Έλληνας ιστορικός «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονούς του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν τον μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο όπου ο Ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κλπ».

Ίσως τελικά το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Τη ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου» θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς « θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμελης». Και του Μοριά. Με πρώτον τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν – προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση σαν «προσκύνημα».

Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού

Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα Ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγική που του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαϊμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών; Στο βιβλίο του «Ο Θάνατος του Καραϊσκάκη» ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται μεταξύ άλλων στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δυο δάνεια που τις υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο» όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυριάκος Σιμόπουλος «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμφύλιο […] Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθασαν ποτέ στην Ελλάδα».

Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και… φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι’ όμως οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το ’21 και το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία» μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του.

Ίσως γιατί όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια». Ο ίδιος έσπευσε μάλιστα να μας δώσει και ένα ακόμη παράδειγμα: «Αναρωτιέμαι» είπε «πώς μπορεί να επαναληφθεί σήμερα η «δίκη των έξ» με όρους διαφορετικούς από εκείνους που περιέγραψε ο Μαρξ για την επανάληψη της ιστορίας: ως φάρσα».
Το κείμενο του Δημ. Φωτιάδη στο οποίο στηρίχθηκε η ιατροδικαστική προσέγγιση του Φίλιππου Κουτσάφτη

«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι στο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ’ άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδές μας να τον συντρέξουν.
- Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ’ όση δύναμη τ’ απόμενε ξανακαβαλικεύει.

Πισωδρομούνε σιγά και μ’ όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ’ αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά.

Αυτός μπροστά κι ολόγυρά του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του.

Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τονε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω στα καράβια, για να ‘χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τονε δούνε οι γιατροί.

- Ενα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να ‘ρθει κοντά μου.

[…] Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».

Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή Φίλιππου Κουτσάφτη

Ξεκινώντας θα ήθελα να τονίσω ότι γίνεται μια διάγνωση με πάρα πολλά ιατροδικαστικά κενά. Με κάθε επιφύλαξη, λοιπόν, μπορούμε να εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα: Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα.

Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πάνω σε άλογα. Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος.
Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τότε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) Εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρό του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθήμενος. Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια.

Παρουσιάζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυροβολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ακριβώς που γράφει ο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν “περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας”.

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογό του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπορεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ή ακόμη και να αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί».
---
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Μάρτιος 2010
---
*

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

... MEGA - έκτακτο δελτίο ειδήσεων 25/3/1821 ...

*
stavrosx1
***
*

Αν υπήρχαν
MEGA και Καθημερινή
όταν ξέσπαγε το "1821"
Μέρες που είναι, ας φανταστούμε τι θα γινόταν αν υπήρχε… MEGA τον καιρό του ΄21 (ας πούμε π.χ. βραδινό δελτίο μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στον Μωριά):...

Τρέμη. «Και ενώ η παγκόσμια κατάσταση είναι τόσο δύσκολη, υπάρχουν ακόμα κάποιοι αμετανόητοι που εξακολουθούν να στεναχωρούν τον πολυχρονεμένο μας σουλτάνο, που ο γιαραμπής να μας κόβει χρόνια και να του δίνει μέρες».

Πρετεντέρης. «Όχι μόνο αυτό Όλγα. Ενώ όλες οι υγιείς δυνάμεις του τόπου, κοτζαμπάσηδες-δεσποτάδες- καραβοκύρηδες έχουν πλέον αντιληφθεί πως η χώρα χρειάζεται ηρεμία και ανάπτυξη γιατί αλλιώς οι Οθωμανοί θα σηκωθούν να φύγουν και θα μας αφήσουν μόνους μας, αυτοί οι αλιτήριοι κατσαπλιάδες, αυτές οι μειοψηφίες έχουν το θράσος να απειλούν τους νοικοκυραίους».

Τσίμας. «Έχεις δίκιο Γιάννη. Μάλιστα έμαθα πως αυτές οι περιθωριακές ομάδες κουκουλοφόρων – φουστανελοφόρων έχουν επικεφαλής έναν τύπο Κολοκοτρώνη, κάπως έτσι, που έχει το θράσος να απειλεί με βία, φωτιά και τσεκούρι, την φιλήσυχη πλειοψηφία που την αποκαλεί προσκυνημένη».

Καψής. «Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι λέτε τόση ώρα, όμως το αδελφάκι μου που είναι μέγας δραγουμάνος του Μεγάλου Βεζίρη στην Ιστανμπούλ μου είπε πως αυτός ο …κοτρώνης και τα άλλα μπουμπούκια εξτρεμιστές Παπαφλέσσας και λοιποί είναι η αιτία που η Υψηλή Πύλη μας έχει στην μπούκα».

Τρέμη. «Σωστά Μανώλη. Όμως έχουμε τον ίδιο τον τρομοκράτη στο τηλέφωνο να τον ανακρίνουμε. Κύριε Κολοκοτρώνη με ακούτε ; (Στα παράθυρα γύρω από την Τρέμη οι άλλοι τρεις κάνουν μορφασμούς απέχθειας).

Κολοκοτρώνης. «Συμπαθάτε με, δεν σας γρικώ καλά γιατί εδώ είμαστε έξω στον αέρα και το αγιάζι, και πέφτουν και κουμπουριές πότε – πότε».

Τρέμη «Πείτε μας κ. Κολοκοτρώνη, που βρήκατε το θράσος να αναστατώνετε τον τόπο και να παραβιάζετε την νομιμότητα ; Αφού οι προύχοντες που μας κυβερνούν έχουν κάνει μνημόνιο με τον Ιμπραήμ, εσείς τώρα τι θέλετε;»

Κολοκοτρώνης. (Μόλις πάει να πει μια συλλαβή, τον διακόπτει ο Πρετεντέρης).

Πρετεντέρης. «Όλγα, για ρώτα τον κύριο σε παρακαλώ … γιατί εμείς όλοι είμαστε αναγκασμένοι να πληρώνουμε σήμερα τους συνδικαλισμούς και τις μαγκιές που έκανε στα Δερβενάκια και την Τριπολιτσά».

Κολοκοτρώνης. (Πάει πάλι να μιλήσει, αλλά τον ξαναδιακόπτουν).

Τρέμη. «Μην μιλάτε κύριε, ο Γιάννης είπε να σας ρωτήσω, δεν σας ρώτησα ακόμα. Για απαντήστε λοιπόν, πως τολμάτε να σηκώνετε κεφάλι όχι μόνο στους οθωμανούς αλλά και στους ευρωπαίους. Η ιερά συμμαχία Αγγλία – Γαλλία – Αυστροουγγαρία – Ρωσία μας είπε να κάτσουμε στα αυγά μας και να λέμε σφάξε μας αγά μου ν’ αγιάσουμε. Εσείς τι παριστάνετε, ξέρετε καλύτερα από όλους αυτούς;» Κολοκοτρώνης. (Πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, τον διακόπτει ο Καψής αυτή τη φορά).

Καψής. «Εγώ ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι το θέμα, όμως τώρα θυμήθηκα πως το αδελφάκι μού έγραψε τις προάλλες πως στο σεράϊ συζητιέται πολύ ότι πίσω από τις ταραχές είναι μια ύποπτη περιθωριακή οργάνωση που λέγεται φιλική εταιρεία. Αυτοί δεν σέβονται τίποτα, έχουν διώξει όλους τους επενδυτές … φανταστείτε πως είχε έρθει ένας σοβαρός λόρδος ονόματι Έλγιν που έδωσε μια ολόκληρη φούχτα λίρες για να πάρει κάτι παλιομάρμαρα ο κουτόφραγκος, και αυτοί οι αμετανόητοι προσπάθησαν να τον εμποδίσουν μαζί με κάτι ψευτοκουλτιουράδηδες κοραήδες και λοιπούς. Πάλι καλά που δεν τα κατάφεραν, γιατί η επένδυση αυτή δημιούργησε και θέσεις εργασίας, αυτούς που βοήθησαν να ξηλωθούν τα παλιομάρμαρα και αυτούς που τα φόρτωσαν στα καράβια του λόρδου».

Τσίμας. «Να προσθέσω, Μανώλη, πως αυτοί οι περιθωριακοί κουρελήδες έχουν εκθέσει ανεπανόρθωτα τη χώρα στα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια. Κύριε Κολοκοτρώνη, το ξέρετε πως εξαιτίας σας ολόκληρος κόμης Μέτερνιχ έχει βάλει την Ελλάδα στο στόχαστρο ;»

Κολοκοτρώνης. (Μόλις ανοίγει το στόμα του, τον διακόπτουν άλλη μια φορά).

Πρετεντέρης. «Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά Παύλο, έχουμε τώρα και καινούριο φρούτο – τον επαναστατικό τουρισμό. Έχουν πλακώσει και αναρχικοί από το εξωτερικό, σαν να μην έφταναν οι δικοί μας. Κάτι Σανταρόζα, κάτι Μπάϊρον και άλλα αποβράσματα. Μπάτε σκύλοι αλέστε γίναμε, κάνουμε και εισαγωγή ταραχοποιών.»

Τρέμη. «Μάλιστα, Γιάννη, όλοι αυτοί μαζί με τους δικούς μας κάνουν και καταλήψεις σε δημόσια κτίρια. Δες τι έγινε στα κάστρα απ’ όπου πέταξαν έξω τις νόμιμες αρχές, δες τι έγινε στο Μεσολόγγι και αλλού. Πως θα προκόψει μετά από αυτά ο τόπος ; Αν μας πετάξουν έξω από το γρόσι, ποιος θα φταίει μετά ;»

Κολοκοτρώνης. (Έχει βαρεθεί που δεν τον αφήνουν να μιλήσει και έχει φύγει από την γραμμή, ακούγεται του -του - του...).

Τρέμη. «Ορίστε θράσος. Μας έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα μας. Εδώ του κάναμε την τιμή να τον ακούσουμε στο φιλόξενο δελτίο μας, να εκθέσει τις απόψεις του ελεύθερα και δημοκρατικά. Αλλά τι ξέρουν από δημοκρατία αυτοί οι τρομοκράτες. Ας αλλάξουμε τώρα θέμα, να πούμε για τις φιλανθρωπίες της πρέσβειρας καλής θέλησης Μπαρντίν Χανούμ Μπουρέκ που εγκαινίασε σήμερα νέα πτέρυγα στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκα μαζί με τον βεζίρη αρρώστιας Λομπέρ Μπέη. Θυμίζουμε πως στις 11 στην Ανατροπή ο Γιάννης φιλοξενεί τους αρχιραγιάδες Μπενιζέλ, Τσαμάρ και Καρα Τζαφέρ για να ακούσουμε επιτέλους και μια υπεύθυνη φωνή.»
---
Πηγή: http://pressarismenos.blogspot.com/
---
*

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

... καλό ή κακό το κεφάλαιο; ...

*
Νίκος Μπογιόπουλος
***
*

Αδυσώπητο εκ φύσεως...

Η κυρία Λαγκάρντ είχε πει, σε ανύποπτο χρόνο, ότι «τα πλεονάσματα της Γερμανίας είναι τα ελλείμματα της Ελλάδας».

Κατ' αντιστοιχία, η ζημιά της Κύπρου από το παιχνίδι που παίχτηκε στο «Γιούρογκρουπ» δεν είναι παρά τα κέρδη που φιλοδοξούν να έχουν οι ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο πλαίσιο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού που εξελίσσεται μεταξύ τους μεσούσης της κρίσης.

*

Είναι πασίγνωστο ότι η Γερμανία

(φυσικά δε μιλάμε για τη Γερμανία του γερμανικού λαού, αλλά για την ιμπεριαλιστική Γερμανία των μονοπωλίων, της «Ζήμενς», της «Χόχτιφ», της «Τίσεν», της «Ντόιτσε Μπανκ»)

κερδίζει αστρονομικά ποσά από την κρίση.

Αλλωστε, οι ιμπεριαλιστές δεν το έχουν κρύψει: Γι' αυτούς δεν είναι μόνο η καπιταλιστική «ανάπτυξη», αλλά είναι και η καπιταλιστική κρίση που αποτελεί «ευκαιρία».

*

Στο πλαίσιο του αδήριτου νόμου που διέπει τις καπιταλιστικές σχέσεις, στο πλαίσιο δηλαδή του νόμου της καπιταλιστικής ανισομετρίας, ο ισχυρός - εν προκειμένω η Γερμανία - έχει πάντα το πλεονέκτημα να κερδίζει τόσο από την «ανάπτυξη» όσο και από την κρίση του καπιταλιστή συμμάχου της.

*

Σήμερα, σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες κρίσης, τα πράγματα διαμορφώνονται ως εξής:

α) Οπως παραδέχτηκε τον περασμένο Αύγουστο η γερμανική εφημερίδα «Bild», χάρη στα αρνητικά επιτόκια για τα δεκαετή γερμανικά ομόλογα «τους τελευταίους 30 μήνες η Γερμανία έχει εξοικονομήσει πάνω από 60 δισ. ευρώ μέσω της αναχρηματοδότησης του χρέους της». Ο τίτλος του μακροσκελούς άρθρου ήταν: «Η Γερμανία κερδίζει χρήματα χάρη στην κρίση του ευρώ», τόνιζε.

β) Στην ίδια παραδοχή προχώρησε και η γερμανική «Handelsblatt». Στο δημοσίευμά της, η ανάλυση του οικονομολόγου του ινστιτούτου του Κιέλου Jens Boysen - Hogrefe οδηγεί στο συμπέρασμα ότι λόγω της κρίσης και των χαμηλών επιτοκίων, το γερμανικό κεφάλαιο τα τελευταία 3,5 χρόνια εξοικονόμησε 68 δισ. ευρώ σε κόστος δανεισμού.

γ) Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού ινστιτούτου του Μονάχου «Ifo» η κρίση για τη Γερμανία είναι τόσο προσοδοφόρα, που, σύμφωνα με τα στοιχεία του περασμένου Αυγούστου, αναμενόταν το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας για το 2012 να ξεπερνούσε το πλεόνασμα κάθε άλλης χώρας στον κόσμο.

*

Επομένως, τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα

(σ.σ.: Ηδη από το Μάρτη του 2012, ο ίδιος ο Γερμανός επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ο Κλάους Ρέγκλινγκ, αποκάλυπτε μιλώντας στο γερμανικό περιοδικό «Focus» ότι από τα μέχρι εκείνη τη στιγμή λεγόμενα «πακέτα στήριξης» προς την Ελλάδα, τα κέρδη της Γερμανίας ξεπερνούσαν τα 15 δισ. ευρώ, ενώ ακόμα και με τους πιο συγκρατημένους υπολογισμούς του οικονομολόγου Thomas Fricke, που δημοσιεύτηκαν το Μάη του 2011 στη γερμανική έκδοση «Financial Times», τα κέρδη του γερμανικού κεφαλαίου μόνο από την αξιοποίηση των λεγόμενων «πακέτων στήριξης» προς την Ελλάδα δε θα είναι λιγότερα από 10 δισ. ευρώ),

τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία κ.λπ.,

δεν είναι το αποτέλεσμα της «κακής φύσης των Γερμανών». Είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την αδυσώπητη φύση του κεφαλαίου, ανεξαρτήτως εθνικότητας.
---
Σημ.: την επιμέλεια της εικονογράφησης είχαν οι Stavrovelonies
*

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

... η αφασία και η άγνοια δεν είναι "άλλοθι" ...

*
Νίκος Μπογιόπουλος
***
*

«Χαιρετισμός εθνικής αφύπνισης»...
Οταν ο Τσολάκογλου διορίστηκε το 1941 «πρωθυπουργός» από τους χιτλερικούς, στο διάγγελμά του κάλεσε το λαό «σε πειθαρχίαν και υπακοήν εις τας διαταγάς των αρχών», ενώ απευθυνόμενος ειδικά προς τη νεολαία, της σύστηνε «να εγκαταλείψη την πολιτικήν και να αφοσιωθή στο ποδόσφαιρόν της»...
*
Σήμερα, με αφορμή τα όσα διέπραξε ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ με το ναζιστικό του χαιρετισμό (το «χαιρετισμό εθνικής αφύπνισης» κατά την ανακοίνωση της Χρυσής Αυγής...) επανέρχεται πολύ έντονα η διδαχή πως «άλλο το ποδόσφαιρο, άλλο ο αθλητισμός, άλλο η πολιτική», επαναλαμβάνονται συνεχώς εκείνα τα... αθώα: «Μακριά η πολιτική από τον αθλητισμό»...
*
Αναρωτιόμαστε:
  • Οι κύριοι της ΕΠΟ που συμβουλεύουν υπέρ της ως ανωτέρω «α-πολιτικοποίησης», δε γνωρίζουν τίποτα για την εδώ και 15 χρόνια δράση της Χρυσής Αυγής με τη μάσκα της λεγόμενης «Γαλάζιας Στρατιάς» στα γήπεδα και με προκάλυμμα την ιδιότητα του «φιλάθλου» της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου;
  • Οι κύριοι των μεγάλων ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιρειών δε γνωρίζουν ότι στους συνδέσμους οπαδών τους, τους οποίους και σιτίζουν, δρουν - εδώ και δεκαετίες - οργανωμένες ομάδες νεοναζιστών;
  • Οι κύριοι ενίων ΜΜΕ που τώρα ανακάλυψαν το «μακριά η πολιτική από το ποδόσφαιρο» δεν γνωρίζουν τίποτα γι' αυτή τη νεοναζιστική δράση, την οποία όμως κατά καιρούς έχουν εξυμνήσει από τις φυλλάδες και τα μαρκούτσια τους σαν «πατριωτισμό»;
*
Οταν μιλούν για το «έξω η πολιτική από το ποδόσφαιρο» δεν υποκρίνονται απλώς.
Παίζουν ένα «σικέ» παιχνίδι με στόχο την απόλυτη κυριαρχία ενός συγκεκριμένου είδους πολιτικής, της πολιτικής του κατεστημένου, στο χώρο του αθλητισμού.
Παίζουν το παιχνίδι της εισβολής στα γήπεδα της κυρίαρχης πολιτικής, της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και της κάθε παραφυάδας της, όπως ο ναζισμός. Η μόνη πολιτική που τους απασχολεί να μείνει έξω από τον αθλητισμό - μπίζνα τους, είναι η πολιτική και η ιδεολογία που στέκεται στον αντίποδα της «μαυρίλας» τους.
Αντίθετα, η δική τους πολιτική, αυτή που υπηρετούν και αυτή που τους θρέφει, εισβάλλει από όλους τους πόρους στο σώμα του αθλητισμού. Αλλοτε η εισβολή γίνεται ανοιχτά και μεθοδευμένα, άλλοτε διά της τεθλασμένης, δηλαδή διά της οδού της εντέχνως καλλιεργούμενης κοινωνικής και ιστορικής αφασίας.
*
Μάλιστα, ως προς το τελευταίο, αξίζει τελικά να το σκεφτούμε:
Τι είναι, αλήθεια, χειρότερο:
Ο νεαρός ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ να προέβη στην κίνησή του συνειδητά και εν πλήρει συνειδήσει, ή όντως να μην ήξερε τι έκανε, ενεργώντας, ταυτόχρονα, ως θύτης και ως θύμα της άγνοιας; Ως θύτης και θύμα αυτής ακριβώς της μεθοδευμένης αφασίας, που στοχεύει ευθέως στη λοβοτομή συνολικά του λαού και της νεολαίας.
Αξίζουν συγχαρητήρια στους φιλάθλους της ΑΕΚ που έδειξαν με τις ανακοινώσεις τους ότι υπάρχουν σοβαρές αντιστάσεις σ' αυτήν την παγίδα. Και ότι εν προκειμένω η αφασία και η άγνοια δεν είναι «άλλοθι».
---
* Φωτό: Σπύρος Κοντούλης, διεθνής ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ, εκτελέστηκε το 1944 από τους ναζί καθώς μεταφερόταν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής...
---
*